


Δεν είναι πρώτη η Καθολική Εκκλησία με τον "Index librorum prohibitorum" που ανακάλυψε τη λογοκρισία και επέβαλε απαγορεύσεις στην κυκλοφορία βιβλίων, τον έλεγχο της σκέψης και της έκφρασης και την καταδίκη συγγραφέων και αναγνωστών. Από την Αρχαιότητα ήδη υπήρχαν φαινόμενα λογοκρισίας και μέχρι τις μέρες μας είναι μακρύς ο κατάλογος των βιβλίων και των συγγραφέων τους που κατηγορούνται, δικάζονται και καταδικάζονται για διάφορους σοβαρούς ή και αστείους λόγους. Οι ποινές ποικίλουν: από απλή απαγόρευση ως τα βιβλία στην πυρά ή την ηθική αλλά και σωματική εξόντωση των συγγραφέων τους. Χωρίς να αναλύουμε εδώ τους λόγους της λογοκρισίας, θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα που ξεπηδούν από την Ιστορία ή από τις σελίδες λογοτεχνικών βιβλίων.
Το βράδυ της 10ης Μαΐου του 1933, 70.000 άνθρωποι μαζεύτηκαν στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου όπου φοιτητές με κάρα και φορτηγά κουβαλούσαν χιλιάδες βιβλία, μεταξύ αυτών έργα επιφανών γερμανών συγγραφέων, ποιητών και φιλοσόφων για να τα κάψουν.
Μπροστάρηδες οι φοιτητές
Το κάψιμο των βιβλίων οργανώθηκε από το ναζιστικό καθεστώς που ήθελε να «καθαρίσει» την πνευματική ζωή της ναζιστικής Γερμανίας από την «αντεθνική» ιδεολογία. 20.000 βιβλία συγγραφέων, όπως ο Χάινριχ Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ ή ο Γιόαχιμ Τίνγκελνατς παραδόθηκαν στην πυρά. Η ίδια εικόνα επαναλήφθηκε και σε άλλες γερμανικές πόλεις, κυρίως σε πόλεις με πανεπιστήμια. Εκεί οι φοιτητές είχαν «καθαρίσει» από καιρό τις δημόσιες βιβλιοθήκες από βιβλία συγγραφέων και δημοσιογράφων με «εχθρική» προς το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς ιδεολογία. Ανάμεσά τους ειρηνιστές, σοσιαλιστές και εβραίοι συγγραφείς. Οι εργαζόμενοι στις βιβλιοθήκες, οι καθηγητές αλλά και ο φοιτητικός κόσμος δεν αντέδρασαν, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν ενεργά, σε αυτό που ο ξένος τύπος ονόμασε «Ολοκαύτωμα των Βιβλίων». Από την πυρά δεν γλύτωσαν ούτε τα βιβλία για παιδιά του Έριχ Κέστνερ, ο οποίος μάλιστα ήταν και αυτόπτης μάρτυρας της πυράς εκείνο το βράδυ στην πλατεία της Όπερας. «Βρισκόμουν μπροστά από το Πανεπιστήμιο, ανάμεσα σε φοιτητές, το άνθος του έθνους μας, με ναζιστικές στολές, και έβλεπα τα βιβλία μας να γίνονται παρανάλωμα του πυρός» έγραφε αργότερα
Έξοδος ή «γύψος»
Οι αντιδράσεις στο εξωτερικό ήταν έντονες. Ο συγγραφέας Χάινριχ Χάινε, βιβλία του οποίου κάηκαν, έγραφε αργότερα κάτι που αποδείχθηκε προφητικό: «Όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους». Οι άνθρωποι του πνεύματος δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στη χώρα και έτσι άρχισε η έξοδος. Ο Τόμας Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ και ο Λίον Φοϊχτβάνκερ γύρισαν τα νώτα τους στη ναζιστική Γερμανία. Στις χώρες της νέας εγκατάστασής τους άρχισαν να πολεμούν τους εθνικοσοσιαλιστές. Από το 1940 ο Τόμας Μαν, κάτοχος του βραβείου Νόμπελ, κατήγγειλε το ναζιστικό καθεστώς από το BBC. «Είναι μια φωνή προειδοποίησης. Το να σας προειδοποιώ είναι μια μοναδική αποστολή που μπορεί να αναλάβει απέναντί σας ένας Γερμανός» είπε από τις συχνότητες του βρετανικού σταθμού
Όποιος δεν μπόρεσε να φύγει, όπως ο Έριχ Κέστνερ, μπήκε στο γύψο. Λογοκρισία και απαγόρευση έκδοσης των έργων του. Η πλειοψηφία των Γερμανών, ανθρώπων του πνεύματος και καθηγητών αποδέχθηκε σιωπηλά χωρίς καμιά αντίδραση την πυρά των βιβλίων, ορισμένοι μάλιστα την επιδοκίμασαν. Το πιο πικρό ήταν ότι στο κάψιμο της γερμανικής πνευματικής προσφοράς στην ανθρωπότητα συνέβαλαν με μεγάλο ενθουσιασμό φοιτητές.

Η σκηνή αποδίδεται μυθιστορηματικά στην "Κλέφτρα των βιβλίων" του Μάρκους Ζούσακ, ενώ ο Μπρεχτ αντιδρά με το παρακάτω ποίημα:
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ
Το κάψιμο των βιβλίων
Όταν διαταγή έβγαλε το καθεστώς να καούνε
σε δημόσιες πλατείες τα βιβλία που
περικλείνουν ιδέες ανατρεπτικές,
κι από παντού κεντρίζανε τα βόδια
να σέρνουν κάρα ολόκληρα
με βιβλία για την πυρά, ένας εξορισμένος
ποιητής, ένας απ’ τους καλύτερους,
διαβάζοντας των βιβλίων τον κατάλογο,
με φρίκη του είδε πως τα δικά του
τα είχανε ξεχάσει. Χίμηξε στο γραφείο του
με τις φτερούγες της οργής, κι έγραψε στους τυράννους ένα
γράμμα:
«Κάψτε με!» έγραφε με πένα ακράτητη, «κάψτε με!
Μ’ αφήσατε έξω! Δε μπορείτε να μου το κάνετε αυτό, εμένα!
Την αλήθεια δεν έγραφα πάντα στα βιβλία μου; Και τώρα
μου φερνόσαστε σα να ’μαι ψεύτης! Σας διατάζω:
Κάψτε με!»
(1938)
Στα 1953 ο Ρέι Μπράντμπερι δημοσιεύει το βιβλίο του "Φαρενάιτ 451"

Η υπόθεση εξελίσσεται σε μία φανταστική τεχνοκρατούμενη κοινωνία. Οι τοίχοι των σπιτιών των ανθρώπων είναι στην ουσία γιγαντοοθόνες που παίζουν σχεδόν ασταμάτητα. Οι ίδιοι οι άνθρωποι φοράνε ακουστικά στα αυτιά τους, τις αχιβάδες, μέσω των οποίων ενημερώνονται συνεχώς για νέα και ειδήσεις. Γενικώς όλα είναι δομημένα έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος να βομβαρδίζεται αδιάκοπα από εξωτερικά ερεθίσματα και κατά συνέπεια να μην έχει χρόνο να σκεφτεί.
Ο ήρωας της ιστορίας αυτής, ο Γκάι Μόνταγκ είναι ένας πυροσβέστης. Μόνο που η δουλειά των πυροσβεστών σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο δεν είναι να σβήνουν τις πραγματικές φωτιές, αλλά να σβήνουν τις φωτιές του πνεύματος που κρύβουν μέσα τους τα βιβλία. Τα βιβλία είναι απαγορευμένα και όποιος έχει έστω και ένα στην κατοχή του κινδυνεύει, όχι μόνο να του κάψουν οι πυροσβέστες ολόκληρο το σπίτι μαζί με τα βιβλία, αλλά και να συλληφθεί. Ακριβώς αυτήν την δουλειά κάνει και ο ήρωας του βιβλίου, τρέχοντας στο άκουσμα του συναγερμού της πυροσβεστικής υπηρεσίας για να σπεύσει στο σπίτι του κάθε παράνομου που θα εντοπιστεί.
Το όνομα του βιβλίου, που μπορεί να φαίνεται περίεργο, έχει άμεση σχέση με το θέμα. Υποτίθεται ότι οι 451 βαθμοί της κλίμακας Φάρεναϊτ είναι η θερμοκρασία στην οποία καίγεται ένα βιβλίο. Δεν είναι τυχαίο ότι τα βιβλία έχουν απαγορευτεί και στην πορεία αποκαλύπτεται ότι δεν απαγορεύτηκαν από την μία στιγμή στην άλλη. Οι ίδιοι οι άνθρωποι παραμέρισαν τα βιβλία και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις και για την περαιτέρω νομική κατάργησή τους. Οι ρυθμοί της ζωής γίνονταν όλο και πιο γρήγοροι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει χρόνος για τα βιβλία. Το περιεχόμενο του κάθε βιβλίου συμπτύχθηκε ξανά και ξανά μέχρι που κατέληξε μερικές προφορικές φράσεις, αρκετά σύντομο δηλαδή ώστε να είναι εύπεπτο και να μην απαιτεί χρόνο.
Ο Μόνταγκ και όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, είναι κατά βάθος δυστυχισμένοι. Φυσικά δεν το παραδέχονται, μάλλον δεν θέλουν καν να το συνειδητοποιήσουν και προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι είναι ευτυχισμένοι. Η ζωή τους είναι άδεια και ο καθένας προσπαθεί να καλύψει το κενό που νιώθει, απλά δεν μπορούν να το καλύψουν με κάτι ουσιαστικό. Και αυτό διότι απλώς δεν γνωρίζουν πια τι είναι σημαντικό στην ζωή, δεν είναι ικανοί να σκεφτούν καθώς σκέφτεται η τηλεόραση για αυτούς. Ακόμα και τα λόγια τους είναι λόγια κενά, μιλάνε χωρίς να λένε απολύτως τίποτα. Το όνειρο της Μίλτρεντ, της γυναίκας του Μόνταγκ, είναι να βάλει και τέταρτο τοίχο-οθόνη ώστε το δωμάτιο να είναι πλήρως καλυμμένο. Με τέτοιους τρόπους, κομψά και έμμεσα, ο συγγραφέας σατυρίζει φαινόμενα της δικής μας εποχής όπως ο υπερκαταναλωτισμός, το shopping therapy, η πλεονεξία και πολλά άλλα.
Κανένας δεν ακούει πια τον άλλον και κανένας δεν ασχολείται με τον άλλον. Οι χαρακτήρες από τις τηλεοπτικές εκπομπές είναι η οικογένεια του καθενός. Παρόλο που οι άνθρωποι ζούνε σε μία πόλη βιώνουν την απόλυτη μοναξιά. Φυσικά το αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης στην ψυχολογία του ανθρώπου δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Αρκετοί άνθρωποι έχουν βρεί καταφύγιο από την δυστυχία τους στα χάπια, τόσοι πολλοί που το συνεργείο που κάνει τις πλύσεις στομάχου κατ οίκον τρέχει και δεν φτάνει. Πολλοί άνθρωποι για να εκτονωθούν μπαίνουν στο αυτοκίνητό τους και τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, χωρίς να πολυνοιάζονται για τους κινδύνους. Ο σεβασμός προς την ζωή, ακόμα την ανθρώπινη ζωή, έχει εκλείψει.
Η ιστορία του Φάρεναϊτ 451 ξεκινάει όταν ο Μόνταγκ γνωρίζει ένα παράξενο νεαρό κορίτσι, την Κλάρις. Παράξενο επειδή δεν φέρεται όπως η πλειονότητα του κόσμου, δηλαδή της αρέσει να περπατάει στην βροχή, να συζητάει με άλλους, να αναρωτιέται για ένα σωρό πράγματα, να αναζητάει το "γιατί" πίσω από κάθε ενέργεια και γενικότερα να σκέφτεται. Ο Μοντάγκ αρχίζει να επηρεάζεται από την Κλάρις, για την οποία αποτελεί ευχάριστη παρέα, καθώς είναι από τους λίγους που κάθεται να ασχοληθεί μαζί της και να την ακούει. Η Κλάρις καταφέρνει να βγάλει πράγματα που ο Μόνταγκ κρατούσε καλά κρυμμένα βαθιά μέσα του και τον κάνει να προβληματιστεί για την ζωή του. Είναι μάλλον η πρώτη φορά που ο Μόνταγκ σταματάει για να σκεφτεί.
Ένα από τα θέματα που θίγει πολύ εύστοχα ο Ρέυ Μπράντμπουρυ είναι η τάση των ανθρώπων να αποφεύγουν τα δυσάρεστα - μα πολλές φορές αναγκαία - και να θέλουν να ακούνε μόνο ευχάριστα. Το "πρέπει" και οι δυσκολίες που σφυρηλατούν ισχυρούς χαρακτήρες έχουν εξοβελιστεί και κυριαρχεί μόνο το "θέλω", η ευκολία και η ευχαρίστηση. Άλλο από τα πολλά επίκαιρα θέματα που αγγίζει ο συγγραφέας είναι η διαφορά των ξερών γνώσεων από την πραγματική γνώση. Όπως γράφει χαρακτηριστικά: "Παραγέμισέ τους από δεδομένα που δεν καίνε, στήριξέ τους τόσο ολότελα γεμάτους από "γεγονότα" που να νιώθουν παραφουσκωμένοι, αλλά εντελώς "ενήμεροι" από πληροφορίες".
Πέρα από όλα αυτά, το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν ύμνο για την αξία του βιβλίου και δείχνει την σχέση που έχει με το επίπεδο της κοινωνίας και της σκέψης του ανθρώπου. Η πλήρης απουσία των βιβλίων και η πλήρης επικράτηση της τηλεόρασης έχουν μεταλλάξει τους ανθρώπους και τους έχουν μετατρέψει σε κάτι σαν ζόμπι. Οι παραλληλισμοί με την δική μας κοινωνία είναι συνεχείς και αλλεπάλληλοι. Δεν είναι υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι η κοινωνία που δημιούργησε στο μυαλό του ο συγγραφέας είναι ένα αλλοιωμένο είδωλο της δικής μας κοινωνίας. Η παρομοίωση είναι μεν παρατραβηγμένη αλλά δυστυχώς όχι τόσο όσο θα θέλαμε.
Αξίζει να αναφέρουμε τέλος ότι μας αποκαλύπτεται, όπως ξεδιπλώνεται η ιστορία, πως στην κοινωνία αυτή ανθεί η παραπληροφόρηση. Το σύστημα, όπως και στο "1984", παραποιεί τις ειδήσεις και αλλοιώνει γεγονότα όποτε το κρίνει σκόπιμο για να προστατέψει τα συμφέροντά του.
Τέλος η Ναφιζί Αζάρ στο "Διαβάζοντας τη Λολίτα στην Τεχεράνη" τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της στην Τεχεράνη του Χομεϊνί και στήνει μια εικονική δίκη του Μεγάλου Γκάτσμπι, ενός άλλου απαγορευμένου βιβλίου, μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας του Πανεπιστημίου για να καταγγείλει το θεοκρατικό καθεστώς που έχει επιβάλει τον έλεγχο της σκέψης των Ιρανών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου