Κυριακή 13 Ιουνίου 2021

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Το πράσινο Ντεσεβό. Ένας πατέρας. Ένας γιος. Ένα ταξίδι αναζήτησης της ευτυχίας. 

ΜΑΝΥ ΚΩΣ.

Ο Ισαάκ είναι ένα «άδειο» αγοράκι. Εχει σώμα, μάτια, αλλά τίποτα εσωτερικά. Δεν μιλάει, μόνο που πότε πότε ουρλιάζει. Ο Ισαάκ είναι αυτιστικός, και η ύπαρξη-ανυπαρξία του συνέτριψε σιγά σιγά τη σχέση των γονιών του. Εκείνοι χώρισαν και ο Ισαάκ κατέληξε σε κλινική. Ο Ισαάκ είναι αυτιστικός. Η προσπάθεια του πατέρα να βγάλει εκτός ιδρυματικού πλαισίου το παιδί αποτυγχάνει. Ωσπου πάει μια μέρα επισκεπτήριο με ένα παλιό πράσινο Ντεσεβό. Οταν το βλέπει ο Ισαάκ, κάτι στη στάση του αλλάζει, και ο πατέρας αποφασίζει να απαγάγει τον γιό του και να ξεκινήσουν μαζί μια περιπετειώδη περιπλάνηση στο βολάν του πράσινου Ντεσεβό. Αλλά ποιος είναι πράγματι ο Ερίκ Ντυμπόν, ποιο παρελθόν τον στοιχειώνει, τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει με τον γιό του και, τέλος, ποια είναι τα φαντάσματα που συνωστίζονται στο πίσω κάθισμα του αινιγματικού αυτοκινήτου; Αναμειγνύοντας αριστοτεχνικά διάφορα λογοτεχνικά είδη, το Πράσινο Ντεσεβό είναι μια συναρπαστική, γεμάτη τρυφερότητα ματιά στους όρους και τα όρια της ανθρώπινης επικοινωνίας.

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Η Λέσχη Ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Το Μυθιστόρημα του Λόρδου Μπάιρον - Η Χώρα του Δειλινού

(Lord Byron's Novel - Evening Land)

John  Crowley

Μετάφραση: Νάσος Κυριαζόπουλος Δ.Φ.

Ο λόρδος Μπάιρον πέρασε στην Ιστορία ως ποιητής. Τις λιγοστές φορές που επιχείρησε να γράψει πρόζα, άφησε την προσπάθεια ανολοκλήρωτη. Ή μήπως δεν είναι έτσι;…

Ο καταξιωμένος συγγραφέας John Crowley φαντάζεται το μυθιστόρημα που ο μεγάλος, καταραμένος και αινιγματικός ποιητής του Ρομαντισμού δεν έγραψε ποτέ… αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γράψει.
Κάποια έγγραφα σ’ ένα παλιό, ξεχασμένο σεντούκι αποδεικνύουν ότι υπήρξε το χειρόγραφο ενός μυθιστορήματος του Μπάιρον, και ότι το διέσωσε από την καταστροφή, το διάβασε και το σχολίασε η Άντα, Κόμισσα του Λάβλεϊς, κόρη του ποιητή και λαμπρή μαθηματικός, τους τελευταίους αγωνιώδεις μήνες της σύντομης ζωής της. Κι ενώ διερευνάται το μυστήριο του τι απέγινε το ίδιο το χειρόγραφο, εμείς μπορούμε να το διαβάσουμε ολόκληρο, αυτό το ένα και μοναδικό μυθιστόρημα του Μπάιρον, από την αρχή ως το τέλος.

Και τι μυθιστόρημα –μια μεγάλη περιπέτεια γεμάτη προδοσίες και εξαπατήσεις, πάθη και αναπάντεχες, τραγικές ανατροπές της τύχης· μια ιστορία αίματος, εκδίκησης και μυστηρίου, εκπληκτικών αποδράσεων και ανήλεης σφαγής. Είναι η ιστορία, του Αλή –νόθου γιου ενός διεστραμμένου λόρδου, που ξεριζώνεται από τα αλβανικά βουνά για να ανατραφεί ως γνήσιος αν και απένταρος Άγγλος τζέντλεμαν–, στην οποία η Άντα εντοπίζει αποκαλυπτικά στοιχεία για τον ίδιο τον πατέρα της, που την αφήνουν να συλλάβει τα μυστικά της ψυχής του.

Το έργο του Crowley είναι μια έξοχη, χωρίς προηγούμενο απόπειρα λογοτεχνικής μίμησης. Και μαζί, ένας εντυπωσιακός καμβάς πραγματικότητας και φαντασίας, όπου συνυφαίνονται τρεις αιώνες και τρεις ιστορίες: του ίδιου του Μπάιρον· της κόρης του και της δραματικής προσπάθειάς της να κατανοήσει τον διάσημο αλλά πάντοτε απόντα πατέρα της· και μιας σύγχρονης, χειραφετημένης γυναίκας, που ανακαλύπτοντας το μυστικό του χειρογράφου, επαναπροσεγγίζει το δικό της πατέρα, από τον οποίο την αποξένωσε ένα έγκλημα τόσο βαρύ, όσο κι αυτά για τα οποία κατηγορήθηκε κάποτε και ο ίδιος ο Μπάιρον.

 

Κριτικές

«Ο Crowley δημιουργεί ένα ψευδο-βυρωνικό αριστούργημα…»
Publishers Weekly
«Μια εξαιρετική και ασυνήθιστη συνάντηση του Υψηλού Ρομαντισμού με την Εποχή της Πληροφόρησης… ένας σπουδαίος αφηγητής και δημιουργός».
Harold Bloom

«Έξοχο… πολυεπίπεδο και περίπλοκο… θα γοητεύσει τους σκεπτόμενους αναγνώστες».
Library Journal

«Περίπλοκο και γεμάτο στυλ... μια φαντασμαγορία του ρομαντικού και συγχρόνως του περιπετειώδους μυθιστορήματος».
The New York Times Book Review

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει

 

Μη χάσετε αυτή την κατάθεση ψυχής από τη θεατρική ομάδα "Μονόλογοι"

Τελευταία παράσταση: Κυριακή 17-6-18, 8.00 το βράδυ στο Πολύκεντρο Μυρτιάς Αιγίου

Λογοτεχνικές bookιές

 

Πείνα

Σε μια ερώτηση σχετικά με την πατρίδα ο κ. Κ. έδωσε τούτη την απάντηση: Παντού μπορώ να πεινάσω. ‘Ένας προσεχτικός ακροατής ρώτησε τότε τον κ. Κ. πώς γίνεται να λέει ότι πεινάει όταν στην πραγματικότητα έχει να φάει.        Ο κ. Κ. δικαιολογήθηκε λέγοντας: Προφανώς ήθελα να πω ότι μπορώ να ζήσω παντού όπου υπάρχει πείνα, φτάνει να θέλω να ζήσω. Ομολογώ πώς υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πεινάω εγώ ο ίδιος και στο να ζω σε τόπο που ο κόσμος πεινάει. Ας μού επιτραπεί ωστόσο ν’ αναφέρω σαν ελαφρυντικό μου το γε­γονός ότι το να ζω σε τόπο όπου υπάρχει πείνα είναι για μένα αν ίσως όχι τόσο κακό όσο να πεινάω ό ίδιος, του­λάχιστο όμως πολύ κακό. Στο κάτω-κάτω για τούς άλ­λους δεν έχει τόση σημασία αν εγώ πεινάω, έχει όμως μεγάλη σημασία ότι είμαι εναντίον της πείνας. 

 

Μπέρτολτ Μπρεχτ "Ιστορίες του κ. Κόυνερ"

Η Λέσχη Ανάγνωσης 

συμμετέχει στην τελετή λήξης 

που θα γίνει στο σχολείο μας 

τη Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018, τις 8.30 το βράδυ

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

(μετά τις εξετάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο με πολύ χιούμορ αλλά και προβληματισμό)

 

Χιουμοριστικό μυθιστόρημα με κοινωνικές προεκτάσεις

Ένα έργο «ανοιχτό» σε πολλές ηλικίες (παιδιά, εφήβους, νέους). Από πρώτη άποψη μοιάζει να φωτογραφίζει τη ζωή ενός συγγραφέα, όμως πίσω από το χιούμορ και τις κάπως γκροτέσκες σκηνές, υπάρχει μια έντονη κοινωνική σάτιρα, η οποία αφορά πολλές πλευρές της ζωής μας.

Υπάρχει το μυθιστορηματικό στοιχείο, η εξέλιξη, οι πρώτοι χαρακτήρες και οι δευτερεύοντες που ολοκληρώνονται μέσα από τα δρώμενα.

Το χιούμορ στηρίζεται σε εκλεπτυσμένη αίσθηση της Γλώσσας και του Παραλόγου, αλλά, πάντα, γίνεται κατανοητό.

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη




Βράβευση παιδικού παραμυθιού

 

Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

Λογοτεχνικές bookιές

 

Λογοτεχνικές bookιές

 

«Μια και είχα φτάσει στα όρια της λιμοκτονίας, αφού δεν είχα φάει ούτε μια μπουκιά εδώ και κάμποσες ώρες πριν αφήσω το πλοίο, ένιωσα τόσο πιεστικές τις απαιτήσεις της φύσης πάνω μου, ώστε δεν κρατήθηκα και έδειξα την αδημονία μου (ίσως αντίθετα με τους αυστηρούς κανόνες της ευπρέπειας) βάζοντας συχνά πυκνά το δάχτυλό μου στο στόμα μου, για να δείξω πως ζητούσα φαγητό. Ο Χούργκο (έτσι ονομάζουν κάθε μεγάλο άρχοντα, όπως έμαθα αργότερα) με κατάλαβε πολύ καλά. Κατέβηκε από την εξέδρα και διέταξε κάμποσες σκάλες να σταθούν δίπλα μου. Επάνω τους σκαρφάλωσαν πάνω από εκατό κάτοικοι που περπάτησαν προς το στόμα μου, φορτωμένοι καλάθια γεμάτα με κρέατα που η προμήθεια και η αποστολή τους έγινε κατόπιν διαταγής του βασιλιά, μόλις εκείνος έλαβε τις πρώτες πληροφορίες για μένα. Πρόσεξα πως υπήρχε κρέας από διάφορα ζώα που όμως δεν μπορούσα να ξεχωρίσω από τη γεύση. Είχε σπάλες, μπούτια και συκωταριές, στο σχήμα του αρνιού, πολύ καλά μαγειρεμένα, αλλά μικρότερα και από τα φτερά κορυδαλλού. Έτρωγα δυο τρία μαζί σε κάθε μπουκιά καθώς και τρία καρβέλια τη φορά που δεν ήταν μεγαλύτερα από τις σφαίρες του μουσκέτου. Μου τα πρόσφεραν με μεγάλες ταχύτητες δείχνοντας χίλια δυο σημάδια θαυμασμού και έκπληξης για το μεγάλο ανάστημα και την όρεξή μου. Μετά τους έκανα πάλι νόημα ότι ήθελα να πιώ. Κατάλαβαν από αυτά που είχα κιόλας φάει πως θα χρειαζόμουν μεγάλη ποσότητα ποτού. Επειδή ήταν πολύ εφευρετικός λαός, κρέμασαν ως επάνω με μεγάλη επιδεξιότητα ένα από τα πιο μεγάλα τους βαρέλια, κι ύστερα το κύλησαν ως το χέρι μου και του έβγαλαν το καπάκι. Το κατέβασα όλο με μια γουλιά, πολύ φυσικό, αφού μόλις και περιείχε μισό λίτρο που έμοιαζε με ελαφρύ κρασί της Βουργουνδίας, αλλά πιο πολύ γευστικό. Μου κουβάλησαν ένα δεύτερο βαρέλι που πάλι το ήπια μονορούφι και έκανα νόημα για περισσότερο, αλλά δεν είχαν άλλο να μου δώσουν.»

«Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» Τζόναθαν Σουίφτ

Λογοτεχνικές bookιές

 

«… κάθισαν όλοι τους  να απολαύσουν παγωμένη ντοματόσουπα από τα τσίγκινα κυπελάκια τους, που συνοδευόταν από πέντε τετράγωνες ταμπλέτες φαγητού, διαφορετικού χρώματος η καθεμία (η μία είχε γεύση ψητού κοτόπουλου, η άλλη πουρέ πατάτας, η τρίτη καρότα, η τέταρτη λιωμένο αρακά και η πέμπτη μια πεντανόστιμη κρεμ καραμελέ)…»

 

Ποιοι νομίζετε ότι θα έτρωγαν ένα τέτοιο γεύμα; Καλά το φανταστήκατε: αστροναύτες σε έναν διαστημικό σταθμό. Μπορείτε να τους συναντήσετε μαζί με τον κεντρικό ήρωα στο βιβλίο  «Μπάρναμπι Μπρόκετ» του Τζον Μπόιν  και μας δίνεται η ευκαιρία να προτείνουμε άλλο ένα βιβλίο γι’ αυτό το μήνα.

Η οικογένεια Μπρόκετ είναι μια συνηθισμένη οικογένεια. Είναι όλοι τους αξιοσέβαστοι και βαρετοί, κάτι για το οποίο υπερηφανεύονται, ενώ σνομπάρουν όσους είναι διαφορετικοί ή περίεργοι. Και τότε, έρχεται στον κόσμο και στη ζωή τους ο Μπάρναμπι Μπρόκετ, που αψηφά τους νόμους της βαρύτητας… και αιωρείται. Σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ευχαριστήσει τους γονείς του, ο Μπάρναμπι βάζει τα δυνατά του να κρατήσει τα πόδια του στο έδαφος. Αλλά δεν τα καταφέρνει!

Μια μοιραία μέρα, ο κύριος και η κυρία Μπρόκετ αποφασίζουν ότι δεν αντέχουν άλλο∙ άλλωστε ποτέ δε ζήτησαν ένα παράξενο παιδί που να αιωρείται. Ο Μπάρναμπι πρέπει να φύγει…

Προδομένος και φοβισμένος, ο μικρός συγκρούεται με ένα πολύ ξεχωριστό αερόστατο, κι έτσι αρχίζει ένα μαγικό ταξίδι στον κόσμο.

 

Διαβάστε και μια κριτική της Ελένης Σαραντίτη

ΜΠΑΡΝΑΜΠΙ ΜΠΡΟΚΕΤ

 diastixo.gr

 Δημοσιεύτηκε 10 Απριλίου 2013

της Ελένης Σαραντίτη

Ξέρω, κάθε φορά που παίρνω στα χέρια μου ένα βιβλίο του Ιρλανδού Τζον Μπόιν, πως διαβάζοντάς το θα πεταρίσει πολλές φορές η καρδιά μου κι άλλο τόσο θα αναστενάξει γλυκά. Άλλωστε μες στους σκοπούς της τέχνης δεν είναι και το να ανάβει φλόγες εμπρός στα μάτια που θα φωτίσουν μονοπάτια ψυχής ικανά να οδηγούν σε ανοιχτωσιές του νου; Στους σκοπούς της τέχνης δεν περιλαμβάνονται και η γνώση ή η κατανόηση, η παραδοχή και η υπεράσπιση, η στήριξη αυτού που ζητάς και αυτού που αγαπάς; Ο Τζον Μπόιν με τα τρία εφηβικά μυθιστορήματά του απέδειξε ότι υπηρετεί την τέχνη. Αλλά αυτήν που περιβάλλεται το ένδυμα το ανθρωπινό. Συγγραφέας σημαντικός επικοινωνεί μαγικά με τους αναγνώστες του, εφήβους και ενηλίκους, σαν τους σηματωρούς: τους κάνει σινιάλο με τις σημαίες για πολλές σπουδαίες αναχωρήσεις.

Τόσο το Αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα, εκδ. Κέδρος, όσο και το πρόσφατο Ο Νόα το έσκασε, εκδ. Ψυχογιός, είναι βιβλία που δε λησμονούνται εύκολα ενώ οι ήρωές τους αθώοι, καλοσυνάτοι, ώριμοι και με τις δικές τους επιλογές, ανεξαρτήτως περιβάλλοντος και προσταγών, είναι αξιαγάπητοι – αξιοσέβαστοι θα έλεγα κι ας είναι έφηβοι, σχεδόν παιδιά.

Στο καινούργιο του, Μπάρναμπι Μπρόκετ τιτλοφορούμενο, ένα παιδί πρωταγωνιστεί και πάλι. Ο Μπάρναμπι. Ο οποίος μόλις έρχεται στον κόσμο αρχίζει να αιωρείται. «Χριστέ μου», είπε ο μαιευτήρας και όταν η μάνα ρώτησε «Τι συμβαίνει;», εκείνος της απάντησε «Κάτι απίστευτο» και είχε τα μάτια του στραμμένα στο ταβάνι, το ταβάνι κοιτούσε και η μαία, και όταν η νέα μάνα ακολούθησε την κατεύθυνση των βλεμμάτων τους είδε εμβρόντητη το δικό της βρέφος, το νεογέννητό της πως «είχε κολλήσει με την πλάτη πάνω στα λευκά ορθογώνια πλακάκια και κοιτούσε και τους τρεις με ένα πονηρό χαμόγελο στη φατσούλα του». Έκθαμβος ο μαιευτήρας: «Εκεί πάνω», έκανε. Βλέπετε το νεογέννητο αγοράκι αψηφούσε τον πιο θεμελιώδη κανόνα του σύμπαντος. Το νόμο της βαρύτητας.

Τόπος γέννησης και κατοικίας το Σίδνεϊ, «η πιο όμορφη πόλη του κόσμου» όπως συνήθιζε να λέει αργότερα ο Μπάρναμπι.

Τρεις μέρες έμειναν στο μαιευτήριο μητέρα και βρέφος. Έπειτα πήγαν στο σπίτι όπου τους περίμεναν ο πατέρας με τα δυο αδελφάκια, τον Χένρι και τη Μέλανι. «Ο αδελφός σας είναι λίγο διαφορετικός από εμάς» προσπάθησε να τα ενημερώσει τα άλλα δυο παιδιά ο πατέρας ενώ στο ταξί που τους έφερνε στο σπίτι, η μάνα, Έλενορ το όνομά της, κρατούσε το ιπτάμενο νεογέννητο σφιχτά διότι προς στιγμήν της ξέφυγε από τα χέρια και, πετώντας, κοπάνισε το κεφάλι του στην οροφή του αυτοκινήτου. «Μάλλον θα πρέπει να τον δέσετε τον τύπο…», της είπε ο οδηγός, «θα σας φύγει αν δεν είστε πιο προσεκτική».

Και ενώ τα παιδιά υποδέχθηκαν με χαρά και ενθουσιασμό το αδελφάκι τους ο πατέρας δε θέλησε ούτε να το πάρει αγκαλιά. Το απεχθανόταν. Το ίδιο και η μητέρα. Ένα βάρος, ένα όνειδος, μια καταισχύνη, η ταπείνωση της οικογένειας ήταν γι’ αυτούς το γελαστό αιωρούμενο μωράκι. Βέβαια πολύ αργότερα αποδείχθηκε ότι υπήρχε μια ανισορροπία στα αυτιά του παιδιού: οι ακουστικοί πόροι δεν συνεργάζονταν ώστε να ελέγχουν την ισορροπία του και έτσι ο εγκέφαλος αδυνατούσε να αποκωδικοποιήσει τα σήματα που ελάμβανε και πως για να διορθωθεί αυτό και για να επανέλθει στην «κανονική και φυσιολογική» ζωή ο Μπάρναμπι χρειαζόταν μια απλή επέμβαση, αλλά αυτό δεν το γνώριζαν οι γονείς του και το παιδί έζησε μαρτυρικά χρόνια.

Άκακος και αγαπησιάρης λάτρευε τα αδέλφια του -που ανταπέδιδαν- αγαπούσε και το σκύλο –που κι εκείνος του είχε αδυναμία. Λάτρευε και τα βιβλία. Το πρόβλημα ήταν με τους γονείς. Δεν τον ήθελαν με κανέναν τρόπο. Δεν ισχυρίζομαι ότι όλα ήταν μέλι γάλα στο σπίτι. Πρώτο και κύριο υπήρχαν προβλήματα πρακτικά καθώς ανά πάσα στιγμή το παιδί μπορούσε να εξαφανιστεί ή να κινδυνέψει η ακεραιότητά του. Απευθύνθηκαν σε δυο γιατρούς χωρίς αποτέλεσμα. Το έδεναν, λοιπόν, του τοποθετούσαν σάκους με βαρίδια στην πλάτη, δεν το έβγαζαν έξω στον ήλιο εξ ου και το παιδάκι είχε γίνει κάτασπρο σα φάντασμα, τέλος το έστειλαν σε ένα σχολείο για να το κρύψουν από γνωστούς και αγνώστους, ένα εφιαλτικό κτίριο με άθλια διεύθυνση και με συρματοπλέγματα ολοτρόγυρα, τη Μεικτή Ακαδημία για Ανεπιθύμητα Παιδιά. Εκεί, δεμένος στην καρέκλα, παρ’ ολίγο να καεί αλλά ευτυχώς τον άκουσε το αγοράκι ο Λίαμ, τον έλυσε και μαζί το έσκασαν ενώ το κτίριο κατέρρεε.

Περιπέτειες που να μην έχουν τέλος για το γλυκό αγόρι που αγαπούσε όλο τον κόσμο, που ήταν έξυπνο και υπομονετικό, και που έκανε τα πάντα για να μένουν οι γονείς του ευχαριστημένοι μαζί του. Αλλά αυτοί δεν ευχαριστιούνταν με τίποτε. Ήταν και σνομπ, ήταν και εγωιστές, ήταν και πολύ καθώς πρέπει∙ στο παρελθόν καμάρωναν ότι ήταν απολύτως φυσιολογικοί.

Τελικώς ο κύριος και η κυρία Μπρόκετ, οι γονείς βέβαια, αποφάσισαν ότι δεν το ήθελαν άλλο το παιδί τους. Συνεννοήθηκαν αποβραδίς να το πάει την επομένη η μητέρα μια ωραία βόλτα και ο μικρούλης την ακολούθησε χαρούμενος, έχοντας στην ωμοπλάτη το σακίδιο με την άμμο για να μην ίπταται, κι αφού κουράστηκε με τόσο βάρος κάθισαν κάπου, κι εκείνη με τρόπο, έβγαλε ψαλίδι, έσχισε τον σάκο και η άμμος άδειασε ενώ το παιδί κοιτούσε έντρομο μια την άμμο, μια τη μητέρα του προτού αρχίσει να ανεβαίνει προς τα ουράνια. «Συγγνώμη…» ψέλλισε η άκαρδη στο οκτάχρονο παιδί που κατέστρεφε.

Πού πήγε ποιους είδε, πόσα γνώρισε, πόσο χάρηκε, πόσο αγάπησε, αν κινδύνεψε, αν βγήκε νικητής, είναι μια μεγάλη λαμπρή ιστορία. Είναι ένα ταξίδι αναζήτησης και μύησης που λίγοι έχουν την ευτυχία να απολαύσουν. Και όπως είπε αργότερα, μετά την αδιήγητη επιστροφή του, η γιατρός που θα του έκανε την επέμβαση στα αυτιά, στη «μητέρα» του ειρωνικά: «Όπου κι αν ήταν τέλος πάντων, ο γιος σας φαίνεται ότι μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις αντίξοες συνθήκες αρκετά καλά. Ούτε υπέστη κανέναν τραυματισμό όλο αυτό το διάστημα που ταξίδευε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, επειδή εσείς τον χάσατε κατά λάθος στο Σίδνεϊ». Υποψιαζόταν… Εντέλει ο Μπάρναμπι έφυγε πάλι. Αποφάσισε να μην χειρουργηθεί. Αποφάσισε να παραμείνει διαφορετικός και να πλέει στους γαλανούς αιθέρες και στη νύχτα την αστροστόλιστη. Πάνω από τιρκουάζ θάλασσες. Προτίμησε τις πτήσεις του. Και τον καινούργιο κόσμο που τον περίμενε ανοιχτός, ωραίος. Υψώθηκε στον υπέροχο βραδινό ουρανό του Σίδνεϊ, βαστώντας σφιχτά στην αγκαλιά του τον Καπετάν Τζόουνς, το πιστό σκυλί, ώσπου «βυθίστηκαν στο σκοτάδι αυτής της γλυκιάς αυστραλιανής νύχτας και ταξίδευαν σε άγνωστο προορισμό, δίχως να γνωρίζουν πότε τα πόδια τους θα άγγιζαν ξανά το χώμα».

Ο Τζον Μπόιν (Δουβλίνο, 1971) έχει γράψει και θαυμάσια διηγήματα. Και μες στον Απρίλιο θα κυκλοφορήσει το όγδοο βιβλίο του για ενηλίκους, το μυθιστόρημα Αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο. Για το βιβλίο του Ο Κλέφτης του χρόνου στην εφημερίδα Sunday Express γράφτηκε ότι «πρόκειται για ένα αριστούργημα».

Προσωπικώς θα σημείωνα πως, αν και νέος ακόμη ο Τζον Μπόιν, το έργο του πρέπει να θεωρείται κλασικό. Και πως θα περιμένω καρδιοχτυπώντας κάθε καινούργιο του βιβλίο.

 

Το βιβλίο μπορείτε να το δανειστείτε από τη Δημοτική βιβλιοθήκη

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

(Όσοι αγαπήσατε τον Μικρό Πρίγκηπα θα τον δείτε να ενηλικιώνεται)

 

Ένας άντρας ταξιδεύει μόνος του στους απέραντους και απομονωμένους δρόμους της Παταγονίας. Ξαφνικά βλέπει μια ανθρώπινη φιγούρα: είναι ένας πεινασμένος και αβοήθητος έφηβος με παράξενο ντύσιμο και αστέρια γύρω από τα ξανθά του μαλλιά. Ο άντρας συνειδητοποιεί ότι έχει μπροστά του τον Πρίγκιπα που έχει μεγαλώσει πλέον και έχει γυρίσει στη Γη. Οι δυο ταξιδιώτες αρχίζουν να μιλάνε για τα πιο απλά και πιο σημαντικά πράγματα της ζωής. Το ταξίδι τους με προορισμό το άγνωστο γίνεται ένα πραγματικά πνευματικό ταξίδι, που τους οδηγεί από την αθωότητα στην ωριμότητα, από το καθημερινό στο μεταφυσικό και από τη λύπη και την κυνικότητα στην ευτυχία και στον ενθουσιασμό για τη ζωή.

 

Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου πατώντας στον σύνδεσμο: https://webdata.psichogios.gr/sample/9789604964352.pdf

 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

I finished my book...

Η λέσχη ανάγνωσης σας εύχεται Καλό Πάσχα και καλές αναγνώσεις

 Η λέσχη ανάγνωσης σας εύχεται Καλό Πάσχα και καλές αναγνώσεις

 



Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

Ένα σύντομο αφήγημα για το πέρασμα από την εφηβική ηλικία στην ενήλικη ζωή, για τη δύναμη της θέλησης, την αξία της παράδοσης και τη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης. Στο τέλος του βιβλίου (που μπορείτε να δανειστείτε από τη Δημοτική βιβλιοθήκη) παρατίθενται ιστορικά στοχεία για το Μακεδονικό Ζήτημα.

Μια θεία που έχει πλούτη την αγάπη και αρχοντιά την ευγένεια, ένας Άγιος Πρόγονος, μια Θεά Πρόγονη κι ένα κεντημένο κοκοράκι σ' ένα μαντίλι της αγάπης, πλαισιώνουν την ιστορία ενός κοριτσιού που, ενώ βρίσκεται στην πρώτη νιότη, νιώθει το σκληρό γράπωμα της ζωής -απόρριψη στον πρώτο της έρωτα, απώλεια αγαπημένων προσώπων, αγωνία στο ξεκίνημα για την κοινωνική ένταξη. Κάπου εκεί στα όρια του πανικού αντιστέκεται, κάνει την επανάστασή της και πηγαίνει ενάντια στην εποχή της, για να πιάσει τη ζωή όχι από τα κέρατα, αλλά από την ουρά της. Στον αγώνα της βρίσκει το δυνατό θηριάκι του εαυτού της και στοιχεία και αξίες ενός πολιτισμού που τη μαγεύει, ανακαλύπτοντας την αγάπη της δημιουργίας και τη χαρά της ομορφιάς -ενώ ο Άγιος Πρόγονος γίνεται αιτία να αποκαλυφθεί μια παλιά ιστορία αγάπης, που ήταν θύμα πολέμου, για να λαλήσει και πάλι το κοκοράκι ένα νέο έρωτα και το καινούριο ξημέρωμα. 

Πλούσιο ή φτωχό γεύμα;

 

Λογοτεχνικές bookιές

 

Ξενάγηση στη μεξικάνικη κουζίνα

Η Μάρθα, η γυναίκα του Φλάβιο, ήταν στην κουζίνα και τύλιγε σε μια ζεστή πετσέτα τις τορτίγιας που μόλις είχε φτιάξει. Είχε αρχίσει να μαγειρεύει απ’ τη στιγμή που άκουσε για το θάνατο της Λορέτας και του Χοσέ. Στον πάγκο μπροστά της είχε πιατέλες με εντσιλάδας σε πηχτή κόκκινη σάλτσα τσίλι, σωρούς από ταμάλες φτιαγμένες με χοιρινό και τυλιγμένες σε φύλλα καμποκιού, ποσόλε και μενούδο και τσικαρόνες. Είχε και μια πελώρια γαβάθα γεμάτη σάλτσα, με τόσο πολύ κόλιαντρο, που μπαίνοντας η Ραμόνα το ένιωσε να τη χτυπάει στη μύτη. Ο μικρός Χοσέ στεκόταν δίπλα στο νεροχύτη και ψιλόκοβε σκόρδα, που η Μάρθα στη συνέχεια πασπάλιζε πάνω στις εντσιλάδας.

«Το ημερολόγιο του Αντόνιο Μοντόγια»  Ρικ Κόλιγκνον, Εκδόσεις Ψυχογιός


Blackout poetry

 

 

Ποίηση με λέξεις από εφημερίδα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΞΑΝΘΑΚΗ

 

Μια σελίδα εφημερίδας μαύρη! Με τον μαρκαδόρο να έχει περάσει τίτλους, λεζάντες, φράσεις. Οχι εξ ολοκλήρου, όμως. Ξεχωρίζουν μερικές λέξεις, ως ελάχιστοι επιζώντες σε βομβαρδισμό. Και αυτές συγκροτούν ένα ποίημα!

Μάλιστα, ποίημα, με αρχή, μέση και τέλος. Με μήνυμα και νόημα. Διά χειρός Οστιν Κλίον, εικοσιεξάχρονου αμερικανού σχεδιαστή ιστοσελίδων και καρτουνίστα απ' το Οχάιο. Τόσο μεγάλη είναι δε η επιτυχία των εφημεριδοποιημάτων, που ο σπουδαίος εκδοτικός οίκος «Harper Collins» (ιδιοκτησίας του μεγιστάνα των media Ρούπερτ Μέρντοχ) αποφάσισε να τα εκδώσει σε βιβλίο!

«Ολα αυτά ξεκίνησαν από ένα κλασικό σύνδρομο της λευκής σελίδας», μας λέει ο ίδιος ο Οστιν Κλίον. «Τέλειωνα το κολέγιο και προσπαθούσα απεγνωσμένα να αναδειχθώ σε συγγραφέα διηγημάτων. Προσπαθούσα μεν, αλλά αποτύγχανα θεαματικά. Στο μεταξύ η σύζυγός μου εργαζόταν σε μια γειτονιά και κάποιος της έκλεβε διαρκώς την αλληλογραφία και τις εφημερίδες του γραφείου της. Αποφάσισε, λοιπόν, να μεταφέρει την παράδοσή τους στο σπίτι μας και έτσι βρέθηκα καθημερινά αντιμέτωπος με μια στοίβα φύλλα. Οπότε, μια μέρα που προσπαθούσα να γράψω κοίταξα δίπλα μου. Εμένα μου έλειπαν οι λέξεις και ένα μέτρο μακριά μου περίσσευαν εκατομμύρια λέξεων! Πήρα, λοιπόν, ένα μαρκαδόρο κι άρχισα να παίζω...».

Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε αμέσως! Τα «Newspaper Blackout Poems», όπως ονομάστηκαν τα πονήματά του, ποσταρίστηκαν στην ιστοσελίδα του www.au stincleon.com και διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα και από οθόνη σε οθόνη, με τον Κλίον να αναδεικνύεται σε αξιομνημόνευτο δημιουργό. Οχι κι άσχημη εξέλιξη για έναν τύπο που 9 το πρωί με 5 το απόγευμα απασχολείται ως σχεδιαστής ιστοσελίδων σε κολέγιο του Τέξας.

Γραφιάς ή ζωγράφος;

- Αλλά εδώ προκύπτει μια απορία: Οταν αποδομεί τις εφημερίδες και οικοδομεί τα ποιήματά του, ο Κλίον αισθάνεται περισσότερο γραφιάς ή εικαστικός;

«Προσωπικώς, θέλω να πιστεύω ότι είμαι ένας συγγραφέας που σχεδιάζει», απαντά. «Τα ποιήματά μου είναι ένας συνδυασμός ποίησης και γραφιστικής τέχνης. Ανακαλύπτεις λέξεις στο χώρο και τις διατάσσεις με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να βγάζει νόημα ο θεατής».

- Τα λιτά ποιήματά του θυμίζουν χαϊκού. Αγαπά τα γιαπωνέζικα κομψοτεχνήματα;

«Τα λατρεύω, γιατί σχηματίζουν μια πλήρη εικόνα μέσα από 17 μόνο συλλαβές. Οι περιορισμοί μπορούν εν τέλει να συμβάλουν στην ελευθερία ενός καλλιτέχνη, γιατί του προσφέρουν μια σταθερή δομή για να δουλέψει. Και τα δικά μου τα ποιήματα υπόκεινται σε περιορισμούς: Κάθε άρθρο εφημερίδας περιλαμβάνει έναν συγκεκριμένο αριθμό λέξεων και μέσα από αυτές και μόνο πρέπει εγώ να επιλέξω όσες θα οικοδομήσουν μια σαφή εικόνα μέσα στο κεφάλι μου».

- Διά ταύτα, του προέκυψε υπό έκδοση βιβλίο. Και όχι από κάποιον τυχαίο οίκο αλλά από τον κολοσσό «Harper Collins». Πώς, αλήθεια, συνέβη αυτό;

- «Συνέβη επειδή τα στελέχη του Harper Collins ψάχνουν συνέχεια για καινούριες φωνές. Βρήκαν, λοιπόν, τη δουλειά μου, τους άρεσε κι έκλεισε η συμφωνία. Πάντοτε πίστευα ότι τα "Newspaper Blackout Poems" διαβάζονται μια χαρά στην οθόνη, αλλά στο χαρτί θα βγάζουν σπίθες! Οσο για το βιβλίο, θα περιλαμβάνει 150 εντελώς καινούρια ποιήματα. Συν κάποια "ιστορικά" στοιχεία, συν "οδηγίες" για τους αναγνώστες, για να δημιουργήσουν τα δικά τους εφημεριδοποιήματα».

Ηδη αρκετοί συμμετέχουν σε διαγωνισμούς που οργανώνει ο Κλίον. «Οι αναγνώστες μου είναι καταπληκτικοί», δηλώνει. Τους αρέσει η μέθοδός μου, οπότε τους εμψυχώνω κι εγώ συνέχεια να φτιάχνουν δικά τους ποιήματα. Οταν τα βλέπω, χαίρομαι διπλά».

- Και δεν του την έχει πέσει κανένας, που «αμαυρώνει» τα «ιερά» άρθρα;

«Απ' ό,τι καταλαβαίνω ο κόσμος τα βλέπει τα φύλλα ως κάτι το εφήμερο, οι χθεσινές εφημερίδες πάνε στην ανακύκλωση. Τους αρέσει πολύ που με το μαρκαδοράκι τους μετατρέπουν τις εφημερίδες σε κάτι πιο μόνιμο. Είναι κι αυτή μια μορφή ανακύκλωσης, δε λέω!».

- Να τελειώνουμε την κουβέντα: Αυτό είναι το μήπως μέλλον των εφημερίδων;

«Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως όταν διαμορφώνω ένα ποίημα από ένα άρθρο εφημερίδας ανακαλύπτω μια ιστορία που εκφράζει τον εαυτό μου. Το ίδιο κάνουν όλοι όταν διαβάζουν εφημερίδες: ψάχνουν για ιστορίες που να τους εκφράζουν. Αυτό, λοιπόν, θεωρώ ότι είναι το μέλλον της γραφής ολόκληρης και όχι μόνο των εφημερίδων».

- Άρα, στον καβγά εφημερίδες εναντίον Διαδικτύου, ποιον υποστηρίζει;

«Κανέναν! Και οι δύο έχουν τη χρησιμότητά τους και θα επιβιώσουν με κάποιο τρόπο».

 

 Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 12 Απριλίου 2009


6 Μαρτίου: Παγκόσμια ημέρα κατά του bulling

 6 Μαρτίου: Παγκόσμια ημέρα κατά του bulling



Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει ένα υπέροχο βιβλίο για το ευαίσθητο αυτό θέμα




Μυθιστόρημα αθωότητας, ελπίδας και σκληρής πραγματικότητας, το Άγρια παιδιά σκιαγραφεί συναρπαστικά το πορτρέτο ενός αγοριού που ισορροπεί στο χείλος της ενηλικίωσης και ταυτόχρονα αποτυπώνει τολμηρά και απροκατάληπτα το φαινόμενο της μετανάστευσης, της εφηβικής βίας, του ρατσισμού και του φόβου. 

 


Κριτικές...

 

Ντόρα Μακρή,  Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 24.12.2011 

Ένας 11χρονος ζει τη βία του Λονδίνου 

Οι ταραχές που συγκλόνισαν τη Μεγάλη Βρετανία το περασμένο καλοκαίρι καλύφθηκαν εκτενώς από τα ΜΜΕ που μετέδιδαν το χρονικό των βίαιων συγκρούσεων ανάμεσα σε νεαρούς ταραξίες και την αστυνομία. Τέτοιες εικόνες γίνονται ολοένα πιο γνώριμες, καθώς η «νεανική κρίση», όπως την αποκαλούν οι κοινωνιολόγοι, εξαπλώνεται στις αστικές περιοχές πολλών δυτικών κρατών, ενώ ανάλογα γεγονότα έχουμε βιώσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα. Αν όμως οι αιτίες της μαζικής παραβατικής συμπεριφοράς των νέων έχουν γίνει αντικείμενο έρευνας και μελέτης από ειδικούς επιστήμονες, βρίσκονται στο επίκεντρο των διεθνών ΜΜΕ και έχουν προκαλέσει πλήθος συζητήσεων και διαφωνιών, ποια θα μπορούσε να είναι η συμβολή μιας μυθοπλαστικής αφήγησης που έχει θέμα τέτοιου είδους βίαια γεγονότα; Τι περισσότερο έχει να προσφέρει το μυθιστόρημα του Κέλμαν, Αγρια Παιδιά, που ο θεατής ή ο αναγνώστης δεν γνωρίζει ήδη για τα νεανικά ξεσπάσματα (αυτο) καταστροφικής βίας;
https://news.kathimerini.gr/

 


 

Άγης Αθανασιάδης,  librofilo.blogspot.gr, 18/12/2012 

Η ζωή σαν βιντεογκέιμ 

 

Η βία σε όλες τις μορφές κυριαρχεί στο εξαιρετικό και καθηλωτικό μυθιστόρημα του Stephen  Kelman  (Λούτον, Αγγλία  1976), με  τίτλο  «ΑΓΡΙΑ  ΠΑΙΔΙΑ» (Pigeon English). Είναι ένα βιβλίο με ήρωα και αφηγητή ένα εντεκάχρονο αγοράκι, που ζει σε μια λαϊκή συνοικία του Λονδίνου και βιώνει καταστάσεις ακραίες, ισορροπώντας συνέχεια μεταξύ ζωής και θανάτου.
Ο Χάρι έχει φύγει από την Γκάνα με τη μητέρα του και τη μεγαλύτερη του αδερφή για να γλιτώσουν από τους πολέμους και τη φτώχεια. Τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (πατέρας, μικρότερη αδερφή-βρέφος, γιαγιά) περιμένουν την ευκαιρία τους να φύγουν κι αυτοί ερχόμενοι στο Λονδίνο.
Με τη βοήθεια ενός μαφιόζου συμπατριώτη τους, βολεύονται σε ένα διαμέρισμα ενός συμπλέγματος πανύψηλων εργατικών πολυκατοικιών στο Πέκαμ, μια συνοικία του Λονδίνου, από αυτές που φοβάσαι να διαβείς. Για τον Χάρι όμως όλα είναι πρωτόγνωρα και μαγικά. Το συνεχές ζεστό νερό, η τηλεόραση με τα εκατοντάδες κανάλια, τα βιντεογκέιμς, τα αθλητικά παπούτσια, το ασανσέρ που εκτινάσσεται με ταχύτητα προς τα επάνω. Η μητέρα του πιάνει δουλειά σε κάποιο νοσοκομείο και τα δύο παιδιά εγγράφονται στο τοπικό σχολείο.
Εύστροφος και προσαρμοστικός ο Χάρι, βλέπει ότι στους δρόμους επικρατεί ένα άλλο είδους πολέμου, και ότι οι συμμορίες είτε των συνομιλήκων του, είτε των μεγαλύτερων του παιδιών κυριαρχούν στους δρόμους και στο σχολείο, τρομάζοντας όχι μόνο τους συνομιλήκους του, εξευτελίζοντάς τους σε καθημερινή βάση, αλλά και τους μικροκαταστηματάρχες της περιοχής και τους ενοίκους των γιγαντιαίων μπλοκ πολυκατοικιών.
Ο μικρός Χάρι αισθάνεται προστάτης της οικογένειας. Όταν ένα αγόρι, συμμαθητής του στο σχολείο, βρίσκεται μαχαιρωμένο έξω από μια αλυσίδα φαγητού, ξυπνάνε στη μνήμη του εικόνες που έζησε στον τόπο του – απλά του φαίνεται αδιανόητο να πεθαίνει κάποιο παιδί για ένα χάμπουργκερ! Τις συμμορίες τις βλέπει καθημερινά, κάνει παρέα με τα μέλη τους, συμμετέχει σε μερικές αλητείες, αλλά γενικώς προβληματίζεται με αυτά που βλέπει, τις παράλογες συμπεριφορές και τους αναίτιους τσαμπουκάδες. Με ένα φιλαράκι του θα δουν ως παιχνίδι την ανακάλυψη του ενόχου για τον φόνο του συμμαθητή τους. Μαζεύουν δακτυλικά αποτυπώματα με διάφορες αστείες δικαιολογίες, ψάχνουν στο πάρκο της περιοχής, αλλά αυτή τους η συμπεριφορά θα ενοχλήσει τα μέλη των συμμοριών και η κατάσταση αρχίζει να «γέρνει λίγο επικίνδυνα» για τον πανέξυπνο Χάρι.
Τρομακτικό και ταυτόχρονα διασκεδαστικό, με έναν ακαταμάχητο ήρωα (τον μικρούλη Χάρι), το μυθιστόρημα του (πρωτοεμφανιζόμενου στη βρετανική λογοτεχνική σκηνή) Κέλμαν, υπαλλήλου του Δήμου, αφορμάται από ένα φρικώδες περιστατικό που συνέβη το 2000 στο Πέκαμ (τη συνοικία που διαδραματίζεται το βιβλίο), -και όπως ωραία το περιγράφει η Κ. Σχινά στο κατατοπιστικότατο επίμετρο του βιβλίου- όταν ο μικρός Αφρικανός Νταμιλόλα Τέιλορ δολοφονήθηκε ενώ γύριζε σπίτι από ένα απογευματινό μάθημα. Οι δράστες ήταν δύο παιδιά, δώδεκα και δεκατριών χρόνων, οι οποίοι του είχαν στήσει ενέδρα, τον κυνήγησαν, τον χτύπησαν με σπασμένο μπουκάλι και ο μικρός ξεψύχησε στα σκαλιά της εργατικής πολυκατοικίας όπου διέμενε. Συνολικά τριάντα δύο (32) νεαροί (μικρά παιδιά) σκοτώθηκαν στη δεκαετία 2000-2010 από συμμορίες νεαρών.
Το παιδί-ήρωας του μυθιστορήματος του Κέλμαν είναι ένα γλυκύτατο και πανέξυπνο αγοράκι που στην ηλικία που είναι θεωρεί τη ζωή ως ένα βιντεοπαιχνίδι. Τον απασχολούν όχι μόνο τα συνηθισμένα για την ηλικία του θέματα – αν θα κάτσει το κοριτσάκι που του αρέσει στην τάξη, στο διπλανό του θρανίο, αν τα παπούτσια Diadora είναι καλύτερα από τα Nike Air κ.ο.κ. Η περιέργειά του και η ανέμελη σκανταλιά της ηλικίας του είναι αυτά που θα του δημιουργήσουν προβλήματα.
Η αφήγηση του 11χρονου σε σπασμένα αγγλικά («pigeon English» όπως είναι και ο αγγλικός τίτλος του βιβλίου) διαφέρει από τη γλώσσα που χρησιμοποεί η Ντόναχιου στο (αριστουργηματικό) «Δωμάτιο» ή από αυτήν του  Σάφραν Φόερ  στο (συγκλονιστικό) «Εξαιρετικά δυνατά & απίστευτα κοντά». Η γλώσσα του Χάρι είναι ακατέργαστη, γεμάτη γκανέζικους ιδιωματισμούς, μια γλώσσα του δρόμου και ίσως γι’ αυτό μέσα από την απλότητα και τις εκφράσεις ενός σχεδόν αυτοσχέδιου ιδιώματος αναδεικνύεται εντονότερα η φρίκη της ανεξέλεγκτης κοινωνικής βίας που κυριαρχεί σ’ αυτό το σημαντικό μυθιστόρημα, το οποίο ήταν στη μικρή λίστα (short list) του βραβείου Man Booker για το 2011, ενώ τα δικαιώματα έκδοσής του αποτέλεσαν σημείο διαμάχης μεταξύ 12 εκδοτικών οίκων, καταλήγοντας στον  Bloomsbury  με τις φήμες να οργιάζουν για εξαψήφιο ποσό εξαγοράς!
Το βιβλίο είναι όμως πάνω απ’ όλα ένα μυθιστόρημα με έντονο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον και αποτελεί αφορμή για στοχασμό και πολλές συζητήσεις πάνω στο θέμα της τυφλής και ανεξέλεγκτης βίας των μεγαλουπόλεων. Τη βία που τη διακρίνει ο φανατισμός και η οργή προς την κοινωνία των έντονων ταξικών διαφορών που έχουν επικρατήσει τα τελευταία χρόνια στον «πολιτισμένο» κόσμο, τη βία της απόγνωσης μπροστά σε ένα μέλλον που φαντάζει αδιέξοδο και χειρότερο από το παρόν. Την έκδοση του βιβλίου στη Μ. Βρετανία το 2010, ακολούθησαν τα μεγάλα επεισόδια στα προάστια του Λονδίνου το καλοκαίρι του 2011, για τους περισσότερους ακατανόητα και παράλογα, αλλά για όποιον διαβάσει το μυθιστόρημα του Κέλμαν εξηγήσιμα και ίσως όχι τόσο αιφνιδιαστικά στο τέλος.



 


Ο μοριακός πόλεμος των πόλεων

Συντάκτης: Διονύσης Μαρίνος


Τα «Άγρια Παιδιά» αρχίζουν με αίμα και τελειώνουν με αίμα. Στο ενδιάμεσο, οι φλέβες υποδέχονται την ταγκή μυρωδιά του αλλόκοτου μίσους, της απόγνωσης και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Στο τέλος, ωστόσο, το αίμα παύει να έχει την ίδια σύσταση. Εμφανίζεται αλλοιωμένο, σχεδόν μεταλλικό.

Ο Στίβεν Κέλμαν εκκινεί –ουσιαστικά-, το θέμα του από τα πραγματικά γεγονότα που συγκλόνισαν το Λονδίνο το καλοκαίρι του 2011. Μάχες σώμα με σώμα ανάμεσα σε παιδαρέλια και αστυνομικούς, το Λονδίνο να φλέγεται και να κραυγάζει για το αδιέξοδό στο οποίο έχει περιπέσει. Μόνο που ο Κέλμαν λαμβάνει μια καίρια απόφαση. Βγάζει εκτός κάδρου τους ενήλικες και δίνει το λόγο σε έναν εντεκάχρονο που δεν είναι καν Βρετανός. Αφήνει τον Χάρι Οπόκου από την Γκάνα να μιλήσει για όσα είδε, βίωσε και αισθάνθηκε. Για όσα, τελικά, χρειάστηκε να θυσιάσει για να φτάσει σε μια σπάνια στιγμή αυτεπίγνωσης. Τον αφήνει να κυλιστεί στα λασπόνερα της βίας και ουσιαστικά να πνιγεί μέσα σε αυτά. Τη στιγμή μάλιστα που έχει συνειδητοποιήσει το αδιέξοδο της οργής.

Τα «Άγρια Παιδιά» είναι ένα πικρό σχόλιο πάνω στην ενδημική βία των μεγαλουπόλεων. Ομάδες εναντίον ομάδων, συμμορίες αρματωμένες μπρος σε έναν απηνή πόλεμο δίχως ηθικούς φραγμούς. Ο Γερμανός συγγραφέας και διανοητής, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, αρκετά χρόνια πριν από το φαινόμενο της αστικής βίας πάρει αυτού του είδους την πάνδημη μορφή, το είχε χαρακτηρίσει ως «μοριακό πόλεμο».

Τίποτα περισσότερο από μια καθημερινή μάχη επιβίωσης, ένταξης και μύησης σε μια υπο-ομάδα, που προσπαθεί να μπει στο… μάτι της κοινωνίας. Ο αποκλεισμένος εξεγείρεται τυφλά και αδιέξοδα.

Το βιβλίο ξεκινάει με το φόνο ενός παιδιού. Ο μικρός Χάρι αποφασίζει να διαλευκάνει το έγκλημα, αυτός που σκοτώθηκε ήταν φίλος του, ελπίζει πως έτσι θα μπορέσει να τον «επαναφέρει» στη ζωή. Τίποτα, όμως, δεν είναι όπως φαίνεται. Με φωνή ασθματική (έχεις την αίσθηση ενός μόνιμου τρεχαλητού, καθώς διαβάζεις τις σκέψεις του παιδιού), με γλώσσα που μαζεύει «σκουπίδια» από παντού για να εκφραστεί, ο Οπόκου, εισδύει στον κόσμο των συμμοριών. Φλερτάρει μαζί τους, επιθυμεί να γίνει κομμάτι τους για να αισθανθεί ακέραιος.

Φτάνει στο σημείο να πάρει μέρος ακόμη και σε «επιχειρήσεις», μόνο και μόνο για να γίνει αποδεκτός.

Εκ φύσεως εύστροφος, αφοπλιστικά αθώος και φιλοπερίεργος, ο Χάρι, κάνει τη δική του αντίσταση και αποφασίζει πως είναι ταγμένος στην εξιχνίαση του εγκλήματος και όχι στη «δημιουργία» κι άλλων. Όποιος, όμως, αποφασίζει να βγει εκτός κύκλου, το πληρώνει και μάλιστα με «σκληρό» νόμισμα.

Το βιβλίο ακολουθεί τις αβαρείς σκέψεις ενός πιτσιρικά μετανάστη. Υπάρχουν στιγμές που απογειώνεται και άλλες που σε αφήνει με μια απορία για το «σχέδιο» του Κέλμαν. Επί παραδείγματι, το εύρημα με τους μονολόγους ενός περιστεριού (αλλά και οι κατασκευασμένοι διάλογοι του πουλιού με το παιδί), ενδεχομένως να μην προσθέτουν κάτι ουσιαστικό στην ανέλιξη της ιστορίας. Εν συνόλω, πάντως, ο 36χρονος Κέλμαν με το πρώτο του βιβλίο, μπήκε για τα καλά στη βασική αρτηρία της μεγάλης λογοτεχνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα «Άγρια Παιδιά» βρέθηκαν στη short list των βραβείων Μπούκερ για το 2011.

Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά (στο τέλος του βιβλίου γράφει κι ένα αρκετά εμβριθές και αναλυτικό επίμετρο γύρω από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννιούνται τα «άγρια παιδιά» των πόλεων) βοηθάει στην ανάγνωση. Αρκεί να αναλογιστούμε τους ιδιωματισμούς που παρελαύνουν από το βιβλίο και θα καταλάβουμε πόσο δύσκολο ήταν το έργο της.





Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα


(ένα καινούριο για να δούμε τη χώρα μας με τα μάτια ενός ξένου)



https://www.youtube.com/watch?v=nqpdNP2mffw

 

«Ζήσε τη ζωή σου στο έπακρο. Ρούφα τη ως το μεδούλι» είναι το ξεσηκωτικό μότο που διαπερνά το νέο βιβλίο της Βικτόρια Χίσλοπ αλλά και όλη της τη ζωή.



Η διάσημη Βρετανίδα συγγραφέας δεν συμβιβάστηκε με κάτι λιγότερο από αυτό που ήθελε απόλυτα: να ζει τη ζωή κυριολεκτικά και το ίδιο να κάνουν και οι ασυμβίβαστοι ήρωές της που ταξιδεύουν στην άλλη άκρη του κόσμου -συνήθως την Ελλάδα-  για έναν έρωτα, ένα απωθημένο, μια ιδέα. Στο νέο της βιβλίο, η Χίσλοπ επιστρέφει στην αγαπημένη της χώρα -ποια άλλη;- για να αφηγηθεί την ιστορία μιας Αγγλίδας στην Πελοπόννησο και όχι μόνο: η Έλλη ζει για χρόνια στο Λονδίνο σε ένα μίζερο διαμέρισμα, κάνοντας μια δουλειά βαρετή, αγκομαχώντας με τον καιρό και τις προβλέψιμες μέρες που φέρνει η μία την άλλη. Κάποια στιγμή λαμβάνει κάποιες καρτ ποστάλ από την Ελλάδα, οι οποίες ουσιαστικά προορίζονταν προφανώς για την προηγούμενη ένοικο του διαμερίσματος, την S. Ibbotson. Διαβάζοντας τις κάρτες, το ενδιαφέρον της Έλλης αρχίζει να κεντρίζεται γι’ αυτά τα μαγικά μέρη που ξεπηδάνε μέσα από τις άτακτες λέξεις και τις μαγικές εικόνες. Αλλά εκτός από τα ονειρεμένα τοπία, αυτό που αποκαλύπτουν οι καρτ ποστάλ είναι μια μοναδική ιστορία αγάπης που καταγράφεται στα ευσύνοπτα κείμενα. Η Έλλη δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό και παίρνει το αεροπλάνο: μια φτηνή, τυχαία πτήση είναι αρκετή για να φτάσει μια ωραία φθινοπωρινή μέρα στη χώρα μας. 

Λίγο όμως πριν από την αναχώρηση φτάνει στα χέρια της το σημειωματάριο του Α., του ανώνυμου αποστολέα των καρτών, που ουσιαστικά είναι μια επιστολή αγάπης προς την άγνωστη S. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής, ο άντρας περίμενε την αγαπημένη του S. στην Ελλάδα, όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά εκείνη δεν έφτασε ποτέ. Ο A. αποφάσισε έτσι να κάνει μόνος του την περιήγηση που είχαν σχεδιάσει και στο σημειωματάριό του περιγράφει τις ιστορίες που μαθαίνει από κάθε περιοχή που επισκέπτεται.
«Όταν πραγματοποιήσαμε το πρώτο ταξίδι σε ένα όμορφο και ιστορικό χωριό της Πελοποννήσου, η θάλασσα αντανακλούσε το βαθύ μπλε του ουρανού και ο ήλιος έκανε τα παλιά φθαρμένα μονοπάτια να μοιάζουν με ασημένιους ποταμούς μέσα στη βρόμα. Ήταν τέλειο», γράφει στην αρχή της εξιστόρησης του μεγάλου τους ταξιδιού που έκανε μαζί με τη συγγραφέα ο φωτογράφος Αλέξανδρος Κακολύρης. Οι ξένοι κριτικοί έγραψαν ότι αυτό το βιβλίο, πέρα από το να παρακινεί για μία ακόμη φορά τους αναγνώστες να επισκεφτούν την Πελοπόννησο, μοιάζει να έχει μια νότα μαγικού ρεαλισμού πολύ διαφορετικού από τα προηγούμενα βιβλία. Εκτός όμως από τις συναρπαστικές ιστορίες υπάρχουν πολλοί λόγοι που η Βικτόρια Χίσλοπ έχει γίνει η καλύτερη πρέσβειρα της Ελλάδας στο εξωτερικό - και μιας εικόνας για τη χώρα μας που ακόμα και εμείς έχουμε την τάση να ξεχνάμε, αλλά πάντα να ονειρευόμαστε. Το μαρτυρούν εξάλλου και οι απαντήσεις που δίνει στη συνέντευξή της στο «ΘΕΜΑ»: 

 

- Βλέπουμε, ότι η Ελλάδα επανέρχεται ως ιδανικό σκηνικό στα βιβλία σας. Γιατί αλήθεια πρωταγωνιστεί και πάλι στο βιβλίο σας, και μάλιστα η Πελοπόννησος, ένα υποτιμημένο μέρος μέχρι τώρα όσον αφορά στην προβολή - και όχι και τόσο «εξωτικό»;

 Την Ελλάδα στα δικά μου μάτια τη χαρακτηρίζει μια ατελεύτητη γοητεία - και γι' αυτό συνιστά μια μόνιμη πηγή έμπνευσης. Ο κόσμος, τα τοπία και η Ιστορία είναι όλα τόσο διαφορετικά από τον γενέθλιο τόπο μου, σε σημείο που να μη θεωρώ τίποτα δεδομένο. Το ταξίδι που πραγματοποιεί ο κεντρικός χαρακτήρας μου στην αφήγηση ξεκινά από την Πελοπόννησο καθώς περνάει πολλούς μήνες εκεί μαγεμένος από την ομορφιά της. Πάντα λοιπόν νιώθω και εγώ μαγεμένη όταν οδηγώ στην Πελοπόννησο για δύο λόγους: α) από το πόσο τρομερά όμορφη είναι και β) για το γεγονός ότι μπορώ να οδηγώ χιλιόμετρα χωρίς να συναντώ άνθρωπο! Είναι πραγματικά μαγευτικό: το πράσινο στοιχείο που απλώνεται παντού, τα βουνά, οι λόφοι, η θάλασσα. Αποπνέει βέβαια την αίσθηση ότι δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί, αλλά κι αυτό είναι μέρος της ομορφιάς της. Και επιμένω να τη σκέφτομαι ως ένα νησί - τεράστια, αλλά νησί. 

- Αναρωτιέμαι, ωστόσο, εκτός από το εξωτερικό κομμάτι που αφορά την ομορφιά, πόση έρευνα έχετε κάνει γύρω από την Ελλάδα; Τι έρευνα έχετε κάνει ακριβώς γι’ αυτό το βιβλίο;

Γι’ αυτό το βιβλίο στηρίχτηκα πάρα πολύ στη ματιά μου. Ήταν αυτή που έκανε την έρευνα. Μου λένε από μόνα τους πολλά όσα βλέπω και παρατηρώ στην Ελλάδα. Αντίστοιχα σημαντικές είναι οι κουβέντες που έχω με τον κόσμο, ακόμα και ο τρόπος που σου αφηγούνται τα πράγματα σου προσφέρει μια άλλη πτυχή της ιστορίας. Και φυσικά σε αυτό συμβάλλει και η προσωπική μου ανάγνωση. Τα βιβλία είναι πάντα μια σημαντική πηγή γνώσης για μένα, παρότι είμαι πολύ τυχερή στον βαθμό που μπορώ να έχω και τη γνώμη των Ελλήνων φίλων μου. Οπότε η έρευνά μου αποκτά όλες τις διαφορετικές αυτές μορφές. Και αυτή τη φορά, στον βαθμό που είχα να κάνω με ένα σύγχρονο τοπίο δράσης, ακολούθησα διαφορετικό τρόπο.  

 

- Έχω την αίσθηση ότι τα γράμματα -και τώρα οι καρτ ποστάλ- παίζουν έναν πολύ κρίσιμο ρόλο στα βιβλία σας ως φορείς συναισθημάτων, αλλά και ως μέσα που βοηθάνε την εξέλιξη της πλοκής. Συμφωνείτε; 

 

Τα γράμματα και οι καρτ ποστάλ είναι μέρη όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκφράσουν όσο περισσότερο έντονα -ή λιγότερο έντονα- θέλουν τα συναισθήματα τους. Οπότε αμφότερα συνιστούν ένα λογοτεχνικό εύρημα που βοηθάει να μπεις στο κεφάλι κάποιου και να ανακαλύψεις τα συναισθήματά του. Και όλοι γράφουμε σε κάποιον βαθμό στη ζωή μας γράμματα (αν και αναρωτιέμαι σε ποιο βαθμό θα το κάνουμε στο μέλλον). Οι καρτ ποστάλ λειτουργούν με πολύ αιχμηρό και οριακό τρόπο στο νέο μου βιβλίο υπό την έννοια ότι στέλνονται για να πειράξουν τη γυναίκα που υποτίθεται ότι θα τις λάμβανε αλλά διαβάζονται από κάποια άλλη. Και σίγουρα οι καρτ ποστάλ είναι κάπως περίεργες, δεν συμφωνείτε; Δεν είναι ιδιωτικές καθώς ο καθένας μπορεί να τις διαβάσει. Είναι σαν ανοιχτά γράμματα που είναι πάντα μια πολύ ενδιαφέρουσα σύλληψη, αν το σκεφτεί κανείς. 

 

- Τι αλήθεια έχει αυτό το βιβλίο συγκριτικά με όλα τα προηγούμενα;

Η σημαντικότερη διαφορά είναι η χρήση των φωτογραφιών. Έγχρωμες καρτ ποστλ περιγράφονται ως η πρώτη γραμμή της αφήγησης. Το βιβλίο δίνει στον αναγνώστη τη ματιά μιας ιδανικής Ελλάδας (αυτή την εικόνα της καρτποσταλικής Ελλάδας), αλλά και αυτής που θα την περιέγραφα ως την πραγματική Ελλάδα. Οι λέξεις και οι εικόνες δουλεύουν από κοινού και αναπτύσσονται ταυτόχρονα σε ένα πολύ οργανικό όλο. 

Ταξίδεψα μαζί με τον φωτογράφο Αλέξανδρο Κακολύρη ανά την Ελλάδα και πήραμε φωτογραφίες που δίνουν την εντύπωση ότι λειτουργούν ως πηγή έμπνευσης για τις ιστορίες: γι’ αυτό και δίνουν την αίσθηση ότι υπάρχει κάτι πολύ αυθόρμητο στον τρόπο που συνδυάζονται μεταξύ τους. Ήταν ένας πολύ ωραίος και ενδιαφέρων τρόπος να δουλεύω ως συγγραφέας και πάντοτε ήθελα να προσφέρω παραστατικές εικόνες από την Ελλάδα στους αναγνώστες μου, καθώς πολλοί από αυτούς δεν είναι εξοικειωμένοι με τη χώρα σας. Οπότε αυτό είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που προσφέρει το εν λόγω βιβλίο.  




 

(και ένα παλιότερο που μπορείτε να δανειστείτε από τη σχολική βιβλιοθήκη)




Διογένης, ο κυνικός φιλόσοφος εκ Σινώπης. Επαναστάτης. Ασυμβίβαστος. Πρόδρομος των νέων καιρών και των νέων ανθρώπων. Αιώνες τώρα ψάχνει για τον Άνθρωπο. Χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά δεν υποχωρεί. Δεν συμβιβάζεται. Πιστεύει, ελπίζει και αγωνίζεται. Ενάντια στους συνθηκολογημένους. Στους ψεύτες και τους κάλπηδες. Τους δημαγωγούς και τους πολιτικάντηδες. Κρατάει το φανάρι του και τριγυρίζει στο χρόνο και το χώρο με το ίδιο πάντα πείσμα και την ίδια αδιαλλαξία.

Σε τούτο το χειρόγραφο, που βρέθηκε με περίεργες συνθήκες στην Έφεσο, αυτοβιογραφείται. Σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται. Χωρίς έλεος. Είναι τα στερνά γαυγίσματα ενός γέρικου σκύλου που πολύ έζησε, πολλά είδε και πολλά άκουσε. Τώρα μαζεύεται στο πιθάρι του έτοιμος για την αναχώρηση. Μα πριν φύγει, θέλει να ιστορήσει το βίο του, τις δοκιμασίες και τον αγώνα του. Τις γνωριμίες και τις αντιδικίες του με φιλοσόφους και σοφιστές.

Είναι ο πρώτος συνειδητός «αναρχικός» στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αλλά τούτη η αναρχία ήταν για τον Διογένη η πάσα ελευθερία. Αυτή είναι η κραυγή που φτάνει ως τους καιρούς μας μέσα από τα απομνημονεύματά του.


«Μα η αληθινή γνώση δεν πουλιέται, μήτε αγοράζεται.

Σαν το φως του ήλιου γίνεται και σαν το νερό της πηγής.

Σ’ όσους διψάν και τη γυρεύουν.»



Η μαντλέν του Προυστ

 Το πιο «λογοτεχνικό» γλυκό της γαλλικής κουζίνας είναι σίγουρα ένα μικρό κεκάκι 

που οι Γάλλοι το λένε μαντλέν.

Η γεύση του, βουτηγμένο στο τσάι, υπήρξε η αφετηρία ενός από τα κορυφαία πεζογραφήματα 

του 20ού αιώνα, Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο, του γάλλου συγγραφέα Μαρσέλ Προυστ.

Υλικά

·                                 3 αυγά

·                                 150 γραμμάρια ζάχαρη

·                                 200 γραμμάρια αλεύρι

·                                 2 κουταλιές σούπας ανθόνερο

·                                 8 γραμμάρια μπέικιν πάουντερ

·                                 1 μικρό πακετάκι βανίλια

·                                 100 γραμμάρια βούτυρο 

·                                 50 γραμμάρια γάλα

Εκτέλεση

·                                 Προθερμάνετε τον φούρνο στους 220 βαθμούς

·                                 Λιώστε το βούτυρο σε μια κατσαρολίτσα, σε χαμηλή φωτιά

·                                 Σε ένα βαθύ μπολ σπάστε τα αυγά και ανακατέψτε τα καλά με           

                                         τη ζάχαρη, να ασπρίσουν

·                                 Προσθέστε το ανθόνερο και 40 γραμμάρια από το γάλα

·                                 Προσθέστε το αλεύρι και το μπέικιν, ανακατέψτε απαλά

·                                 Προσθέστε το λιωμένο βούτυρο και το υπόλοιπο γάλα

·                                 Αφήστε το μείγμα να ξεκουραστεί για 15 λεπτά

·                                 Βουτυρώστε θήκες για μπισκοτάκια, όχι ως πάνω

·                                 Βάλτε τον φούρνο για 6 λεπτά και μετά στους 180 για άλλα 4   

                                         λεπτά

·                                 Μόλις βγουν από τον φούρνο, βγάλτε τα μπισκοτάκια από τις

                                         θήκες

 

Κανονικά, οι Γάλλοι που εφηύραν τις μαντλέν, έχουν ειδικές θήκες για να βγαίνουν σε αυτό το σχήμα, σαν κοχύλια. Εσείς φτιάξτε τα όπως σας βολεύει, ακόμη και με τα χέρια σαν κουλουράκια. Το ζήτημα είναι η γεύση και η μοναδική απαλότητά τους. Και προσοχή στο ψήσιμο!

 

[...] Και ξαφνικά παρουσιάστηκε η ανάμνηση. Αυτή η γεύση ήταν η γεύση του μικρού κομματιού της μαντλέν που την Κυριακή το πρωί στο Κομπραί (τη μέρα εκείνη δεν έβγαινα πριν απ’ την ώρα της λειτουργίας) μου πρόσφερε η θεία μου η Λεονί, όταν πήγαινα να της πω καλημέρα στο δωμάτιό της, αφού πρώτα το βουτούσε στο τσάι ή στο φλαμούρι της. Η όψη της μικρής μαντλέν δεν μου ’χε θυμίσει τίποτα πριν να τη γευτώ• ίσως γιατί, έχοντας δει συχνά από τότε μικρές μαντλέν, χωρίς όμως να τις δοκιμάσω, πάνω στα ράφια των ζαχαροπλαστείων, η εικόνα τους είχε εγκαταλείψει εκείνες τις μέρες του Κομπραί για να δεθεί μ’ άλλες πιο πρόσφατες, ίσως γιατί, απ’ αυτές τις αναμνήσεις τις εγκαταλειμμένες τόσον καιρό έξω απ’ τη μνήμη, δεν επιζούσε τίποτα, όλα είχαν διαλυθεί• οι μορφές -κι αυτή ακόμα του μικρού κοχυλιού της ζαχαροπλαστικής, τόσο στρουμπουλά αισθησιακού κάτω απ’ τις αυστηρές κι ευλαβικές πτυχές του- είχαν διαλυθεί ή, κοιμισμένες, είχαν χάσει τη δύναμη της επέκτασης που θα τους επέτρεπε να ξαναδεθούν με τη συνείδηση. [...]
«Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ, Μετάφραση Παύλος Ζάννας Εκδόσεις Εστία


Πηγή: Η μαντλέν του Προυστ -Eνα ζουμερό μπισκότο | iefimerida.gr