Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

 

ένα καινούριο


Πώς η Λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ



Αν επιμένουμε ακόμα να διαβάζουμε λογοτεχνία στην εποχή μας είναι γιατί πιστεύουμε σε αυτό που μας προσφέρει. Δε θα καταφέρουμε ποτέ να αλλάξουμε τον κόσμο με την ποίηση και τα μυθιστορήματα, αξίζει όμως τον κόπο να δοκιμάσουμε την ευεργετική επίδρασή τους στη ζωή και στον χαρακτήρα μας. Αν με ρωτούσε κανείς πώς η λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τη ζωή μου, θα απαντούσα πως η λογοτεχνία κυρίως σου μαθαίνει τρόπους. Σε κάνει λιγότερο σίγουρο για τον εαυτό σου, λιγότερο μελοδραματικό και κραυγαλέο, λιγότερο αφελή και ευκολόπιστο αλλά και πιο ευγενή στη γλώσσα, πιο διορατικό στις ανθρώπινες σχέσεις. 

Στη ζωή τα πράγματα δεν είναι συνήθως όπως φαίνονται κι η λογοτεχνία θα βρίσκεται πάντα εδώ για να μας το θυμίζει.

Δείτε και το σχετικό βίντεο:

https://www.youtube.com/watch?v=ssQ9Q8xNdfE

 

 


ένα παλιότερο


Η δεσποινίς Σμίλλα διαβάζει το χιόνι 

Πέτερ Χόε


 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Η Σμίλλα Γιάσπερσεν, τριάντα επτά ετών, φυσικός, από πατέρα Δανό και μητέρα Εσκιμώα, ζει στην Κοπεγχάγη μόνη, χωρίς οικογένεια, χωρίς δουλειά, χωρίς φίλους. Η διάστασή της με τον κόσμο του πατέρα της, τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις αξίες του, την κάνει να επιλέγει συνειδητά τη ζωή του περιθωρίου. Ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο αισθάνεται δεμένη είναι ο Ησαΐας, ένας εξάχρονος Εσκιμώος, ξένος και απροσάρμοστος όπως αυτή στην κοινωνία της Δανίας.

Μια μέρα, ο Ησαΐας πέφτει από μια χιονισμένη στέγη και σκοτώνεται. Η αστυνομία αποφαίνεται ότι πρόκειται για δυστύχημα και κλείνει την υπόθεση. Αλλά η Σμίλλα, που είδε τα ίχνη του παιδιού πάνω στο χιόνι και ξέρει πώς να τα αποκρυπτογραφήσει, έχει λόγους να υποψιάζεται κάτι διαφορετικό: φόνο. Προσπαθεί να εξηγήσει τις υποψίες της στους αστυνομικούς, αλλά κανένας δεν φαίνεται να δίνει σημασία.

Μόνη της, στηριγμένη αποκλειστικά στην εξυπνάδα, το ένστικτο και το πείσμα της, αγωνίζεται να διαλευκάνει τον θάνατο του μικρού φίλου της και διαπιστώνει κάποια στιγμή ότι έτσι κινδυνεύει και η δική της ζωή. Το όλο και πυκνότερο μυστήριο, στο οποίο βυθίζεται, θα την οδηγήσει τελικά στη Γροιλανδία, τη χώρα των παιδικών χρόνων της. 

Ο Πέτερ Χόε παρουσιάζει μια καλειδοσκοπική εικόνα του σύγχρονου κόσμου, από τη σκοπιά ενός ευαίσθητου και ανήσυχου ανθρώπου, διχασμένου ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις, νοσταλγού της χαμένης αλληλεγγύης των ανθρώπων.


Διαβάστε ένα απόσπασμα

9789602741382.pdf (4926193)



Ο ΠΕΤΕΡ ΧΟΕ γεννήθηκε το 1957. Πριν στραφεί στο γράψιμο έκανε διάφορες δουλειές: χορευτής, ξιφομάχος, ηθοποιός, ναυτικός, ορειβάτης. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1988 και έγινε αμέσως γνωστός για το σπάνιο ταλέντο του στην αφήγηση. Το βιβλίο του Η ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΣΜΙΛΛΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές όπου μεταφράστηκε, παρέμεινε σχεδόν ένα χρόνο στις πρώτες θέσεις των μπεστ σέλερ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ κ.ά., και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μπιλ Ώγκαστ. Το 1994 το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Silver Dagger που απονέμει ο Σύλλογος Συγγραφέων Αστυνομικών Βιβλίων, στην Αγγλία, και αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες διακρίσεις για ξένο συγγραφέα. Στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία: ΚΟΝΤΑ ΣΤΑ ΟΡΙΑ, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες, και Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΠΙΘΗΚΟΣ. Τα έσοδα από τα δικαιώματα έκδοσης του τελευταίου διατίθενται σε ίδρυμα που συνέστησε ο Πέτερ Χόε για τα παιδιά και τις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας.

 

Πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ένταση και περιπέτεια, προβλήματα ένταξης, αποδοχής και διερεύνησης της έννοιας «ταυτότητα», πολιτικές εκμετάλλευσης του αδύναμου (στην περίπτωση της Δανίας η Γροιλανδία, στην περίπτωση του Δυτικού κόσμου η φύση των παγετώνων και η φύση εν τη ευρεία έννοια), η μεγαλούπολη, οι συνήθειες και οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας σαν μια αιώνια διδαχή της κοινότητας προς τα νεαρά μέλη, της οικογένειας προς τα παιδιά. Ο μίτος που κρατάει την ενέργεια του σύμπαντος και τον αγώνα των πλασμάτων, η ενάργεια, το περιβάλλον ως άξενος κόσμος, η φύση ως εστία ζωής ακόμη και σε αντίξοες συνθήκες, τα πρόσωπα που μας εμπλέκουν στο συναισθηματικό δίχτυ, μας απορρίπτουν, μας καταδυναστεύουν, το χρήμα και η εξουσιαστική υποταγή, η πολιτική και οι νόμοι του λαθρεμπορίου, η επιστήμη και το τυχοδιωκτικό εγώ σε μια άνιση αναμέτρηση ως το όριο. Ένας αγώνας επιβίωσης στο χώρο που μας περιβάλλει ως κόσμος.



 

«Σμίλλα, μπορούμε να πάμε στη Γροιλανδία;

Όχι, λέω.

Εντάξει.

Αλλά μπορούμε να διαβάσουμε για τη Γροιλανδία.

Σε ποιο βιβλίο;

Στα στοιχεία του Ευκλείδη».

«Μου αρέσει. Έχω μια αδυναμία για τους αιώνια χαμένους. Τους ανάπηρους, τους αλλοδαπούς, τον χοντρομπαλά της τάξης, τις κοπέλες που κανείς δεν ζητάει σε χορό. Γι’ αυτούς χτυπάει η καρδιά μου. Ίσως επειδή ήξερα ανέκαθεν ότι κατά κάποιον τρόπο θα είμαι πάντα μια από αυτούς»…

 

Η ιστορία ξεκινάει με αναφορά στο χιόνι και την κηδεία του μικρού Ησαΐα, του γιου της αλκοολικής Γιουλιάνε, που έπεσε από τη χιονισμένη στέγη και σκοτώθηκε. Η Σμίλλα που νιώθει ιδιαίτερα δεμένη με το παιδί καθώς πολλές φορές κοιμάται σπίτι της, του διαβάζει ιστορίες, το πηγαίνει στο σχολείο, διαβάζει τα ίχνη στο χιόνι και ανακαλύπτει ότι η πτώση δεν ήταν ατύχημα. Ο μικρός Εσκιμώος φίλος της και η μητέρα του κατοικούν στην ίδια πολυκατοικία με την Σμίλλα καθώς και ο μηχανικός που βρίσκει το παιδί νεκρό. Η αστυνομία κλείνει την υπόθεση αλλά το ένστικτο και το πείσμα της Σμίλλα την οδηγούν σε αναζήτηση άλλων εκδοχών που θα ξετυλίξουν ένα σκοτεινό κουβάρι επιστημονικών αποστολών στους παγετώνες της Γροιλανδίας, όπου ελλοχεύει ο θάνατος, η ματαιοδοξία του κέρδους, αναμετρήσεις και ανακαλύψεις που φτάνουν στο απροσπέλαστο σύνορο του πάγου. Εκεί όπου ο πατέρας του Ησαΐα θα βρει το θάνατο και ο μικρός θα προσβληθεί από ένα θανατηφόρο παράσιτο, εκεί όπου θα ταξιδέψει η αποστολή του «Κρόνος» με καπετάνιο τον Λούκας, τη Σμίλλα, τον Τόερκ ο οποίος θα παγιδευτεί στις απροσπέλαστες όψεις του πάγου. Το ταξίδι στον Αρκτικό κύκλο θα αποτελέσει για την ατρόμητη Σμίλλα μια δοκιμασία αναζήτησης, καταβύθισης στο παρελθόν και στις βιωματικές εμπειρίες της σκληρής ζωής στον κύκλο του πάγου, στις αναμνήσεις της μητέρας της, στον παγανιστικό καθρέφτη  που μετατοπίζεται και αλλοιώνει το περίγραμμα των ειδώλων.

Ο συγγραφέας δίνει στην ιστορία του αστυνομικο-πολιτικο-επιστημονικο-οικονομικές διαστάσεις και δια μέσου της ηρωίδας του, ο αναγνώστης βυθίζεται σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν σκέψεις ασυνήθιστες, βαθιές και ώριμες για τον Δυτικό κόσμο, τη μεγαλούπολη, τον κόσμο του χιονιού και ό,τι καθορίζει μια ύπαρξη. Η περιγραφή του ταξιδιού στον Αρκτικό κύκλο επιβραδυντική, περιπλέκει στην υπερβολή την ιστορία, τη δράση και την αντίδραση της άτρωτης ηρωίδας, παρουσιάζει ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων που ταξιδεύει προς άγνωστη κατεύθυνση με το πλοίο «Κρόνος»σε μια συμβολική διάσταση. Τα μέρη του παγοθραυστικού περιγράφονται με λεπτομέρειες εμπειρικής βίωσης που αντανακλά τη ζωή του ναυτικού, τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου στο πρωτόγονο όριο του σύμπαντος.

 

«Πέφτει κάνικ, ψιλό χιόνι, σαν πούδρα. Ένα από τα πράγματα που μαθαίνεις από το χιόνι είναι ότι οι μεγάλες δυνάμεις και οι μεγάλες καταστροφές υπάρχουν πάντα, σε μικρότερες διαστάσεις, στην καθημερινή ζωή μας. Από τότε που μεγάλωσα, δεν πέρασε μέρα που να μην αναρωτήθηκα πώς μπορεί να είναι τόσο κακή η συνεννόηση ανάμεσα στους Δανούς και τους Γροιλανδούς. Το πρόβλημα είναι φυσικά μεγαλύτερο για τους Γροιλανδούς. Κάνει κακό στην υγεία ενός σχοινοβάτη να παρεξηγείται από αυτόν που κρατάει το σκοινί. Και η ζωή των Ινουίτ στον αιώνα μας είναι μια σχοινοβασία πάνω σ’ ένα νήμα που η μια άκρη του είναι δεμένη στην πιο άξενη χώρα του κόσμου, με το τραχύτερο και πιο ακραίο στις διακυμάνσεις κλίμα, και η άλλη στη Δανική διοίκηση».

«Δεν φοβάμαι τη θάλασσα επειδή θέλει να με πνίξει. Τη φοβάμαι επειδή θέλει να μου πάρει τον προσανατολισμό μου, το εσωτερικό γυροσκόπιο της ζωής μου, τη βεβαιότητά μου για το τι είναι πάνω και τι κάτω, την επαφή μου με τον Απόλυτο Χώρο».

 

«Από μια άποψη, ο πάγος είναι ένα ανοιχτό βιβλίο. Κουβαλάει την ιστορία του γραμμένη στην επιφάνειά του. Οι πτυχώσεις, οι γρόμποι, τα τετράγωνα δόντια σχηματίζονται όταν ο πάγος λιώνει και ξαναπαγώνει. Ο μωσαϊκός πάγος είναι ένα μίγμα από διάφορες παγετώδεις περιόδους, οι μαύροι όγκοι του σίκουσσακ είναι αρχαίος πάγος που σχηματίστηκε σε προστατευμένα φιόρδ, αποσπάστηκε με τον καιρό και παρασύρθηκε στη θάλασσα. Από τα σύννεφα, κάτω από τα οποία έσκυψε ο ήλιος, κατεβαίνει τώρα, με τις τελευταίες ηλιαχτίδες, ένα αραχνοΰφαντο πέπλο από κάνικ, χιόνι που αργοπέφτει. Ένας αυλός συνδέει τη λευκή επιφάνεια με τα φυλλοκάρδια μου. Σαν προέκταση του δέντρου που είναι κρυμμένο μέσα στον πάγο, ενός δέντρου από αλμυρό νερό».

«Μιλήστε μας, θα έρθουν και θα μου πουν. Για να καταλάβουμε και να κλείσουμε την υπόθεση. Κάνουν λάθος. Μόνον σ’ αυτό που δεν καταλαβαίνεις μπορείς να βάλεις τελεία και παύλα. Συμπέρασμα δεν θα βγει».

 

Το βιβλίο με επιμέρους τίτλους «Η Πόλη», « Η Θάλασσα», «Ο Πάγος» με το αφηγηματικό χάρισμα των εσωτερικών φωνών μιας ασυνήθιστης ηρωίδας με δυνατή ιδιοσυγκρασία, εκλεπτυσμένη παρατηρητικότητα, αφήνει τον αναγνώστη να σκεφτεί, να ταξιδέψει, να φανταστεί, να τρομάξει για να συνεχίσει στα μαύρα νερά του ύπνου την εξερεύνηση των ορίων που του παρέχει ο περιβάλλων χώρος…

ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ


 

Μπορείτε να δανειστείτε το βιβλίο από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη

 

Το βιβλίο έχει γίνει και ταινία. Δείτε το trailer:

www.youtube.com/watch?v=sr7svnup0Dk

 

 


και ένα πολύ παλιό και κλασικό

 


Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν

Μπέττυ Σμιθ


Απόσπασμα
«Για τη Φράνση, το Σάββατο άρχιζε με τη βόλτα στον παλιατζή. Όπως και τα άλλα παιδιά του Μπρούκλιν, έτσι κι εκείνη κι ο αδελφός της ο Νήλυ μάζευαν ένα πλήθος κουρέλια, χαρτιά, σιδερικά, λάστιχα κι άλλα τέτοια πράματα, και τα φύλαγαν πως και τι, σε κασέλες κλειδωμένες ή σε κουτιά που τα έκρυβαν κάτω από τα κρεβάτια τους. Όλη τη βδομάδα η Φράνση γύριζε από το σχολείο στο σπίτι σιγά-σιγά, με τα μάτια στο αυλάκι του δρόμου, κι έψαχνε για ασημένια χαρτιά από πακέτα τσιγάρα ή από τσίκλες.» 



Η ιστορία
Το μυθιστόρημα ΄Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν (A tree grows in Brooklyn) αν και θεωρείται ένα βιβλίο ενηλικίωσης πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Έχει πλούσια πλοκή γιατί δείχνει τις τύχες τριών γενεών μιας φτωχής αλλά περήφανης αμερικανικής οικογένειας και προσφέρει ένα πορτρέτο μιας έντονης ζωής σε μια από τις σημαντικότερες συνοικίες της Νέας Υόρκης, το Μπρούκλιν. Η ιστορία ξεκινάει το 1912 όταν η Φράνση Νόλαν και ο μικρός της αδελφός, Νήλυ, μαζεύουν πράγματα του πεταμού για να βγάλουν λίγα χρήματα. Τα μισά από αυτά τα λεφτά τα αποταμιεύουν σε τενεκεδάκια, που τα κρύβουν με προσοχή. Είναι η μικρή τους τράπεζα που αποδεικνύει την επιμονή και τις προσδοκίες της οικογένειας Νόλαν για μια καλύτερη ζωή. Όλοι στην οικογένεια ονειρεύονται ένα διαφορετικό αύριο, όχι μόνον τα παιδιά. Η μάνα καθαρίζει πατώματα και παλεύει πιο πολύ από τον άντρα της, τον Τζόνι, που βρίσκεται συνεχώς άνεργος και μεθυσμένος.
Μπορεί η ίδια να έπεσε έξω στους σχεδιασμούς της όμως είναι πολύ αισιόδοξη για τα παιδιά της για τα οποία και μοχθεί. Θέλει να τα σπουδάσει και θέλει ο Νήλυ να γίνει γιατρός. Η Φράνση φαίνεται πιο σταθερή και θα υλοποιήσει κάποια στιγμή τα όνειρά της. Η Φράνση πάντως δείχνει να είναι πιο κοντά στον διαλυμένο πατέρα της παρά στη μάνα της που θυσιάζεται για όλους. Τελικά ο Τζόνι της εξασφαλίζει μια θέση σε ένα καλύτερο σχολείο, έξω από την γειτονιά. Όταν ο πατέρας θα πεθάνει από το αλκοόλ η Φράνση θα δώσει μάχη επιβίωσης μέσα στις δύσκολες συνθήκες. Με την αποφασιστικότητα της μητέρας τους τα δύο παιδιά θα τελειώσουν την έκτη τάξη αλλά θα δυσκολευτούν να προχωρήσουν στο λύκειο. Σχολείο αληθινό θα γίνει η ίδια η ζωή γιατί θα αναγκαστούν να δουλέψουν πέρα από την γέφυρα του Μανχάταν και έτσι θα γνωρίσουν έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από την μικρή παρωχημένη συνοικία τους. Η Φράνση θα αγαπήσει για πρώτη φορά και πεισματάρα, σαν τη μητέρα της, θα ολοκληρώσει τις σπουδές της. Μπορεί να αφήσει πίσω της μια μικρή γειτονιά, ανοίγοντας τα φτερά της για το μέλλον, αλλά θα κρατήσει το Μπρούκλν μέσα στην καρδιά της για πάντα, σαν τον αγαπημένο τόπο της παιδικής ηλικίας της.

Ο συγγραφέας 
Η συγγραφέας Μπέττη Σμίθ έζησε κάπως σαν την ηρωίδα της. Γεννήθηκε το 1896 σε μια φτωχική σπίτι στη Νέα Υόρκη και από μικρή ονειρευόταν να αποκτήσει λεφτά. Οι γονείς της ήταν μετανάστες από την Γερμανία. Εγκατέλειψε το σχολείο στα δεκατέσσερα, όταν πέθανε ο πατέρας της. Δούλεψε σκληρά να βοηθήσει την οικογένειά της και κατόρθωσε να σπουδάσει στα καλύτερα κολλέγια και να γίνει καθηγήτρια. Στα 47 της έγραψε το μυθιστόρημα «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» και πούλησε αμέσως 4 εκατομμύρια αντίτυπα. Έτσι είδε τους κόπους της να ανταμείβονται. Πέθανε το 1972 αφού έγραψε ακόμη τρία μυθιστορήματα.

 

Γύρω από το βιβλίο
Το μυθιστόρημα παραμένει ένα από τα πιο αγαπητά βιβλία κάθε ηλικίας. Ειδικά όμως οι νέοι συγκινούνται από τον αγώνα της Φράνση και ταυτίζονται με τους στόχους της. Μπορεί η βασική ηρωίδα του βιβλίου να είναι η Φράνση όμως είναι εμφανές ότι και το Μπρούκλιν πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα. Το δέντρο είναι επίσης ένα σύμβολο ελπίδας, αφού υπάρχει στη γειτονιά της Φράνσης, ανάμεσα στα τσιμέντα, ζει χωρίς ήλιο και νερό μόνον που οι άνθρωποι δύσκολα μπορούν να το ξεχωρίσουν ανάμεσα στα άλλα δέντρα.

Το μυθιστόρημα γυρίστηκε σε ταινία το 1945 με σκηνοθέτη τον Ηλία Καζάν, Έλληνα μετανάστη της Μικρασίας, που διέπρεψε και έγινε ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της Αμερικής. 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

https://www.serrelib.gr/bookneous.php?id=70


 


Η ταινία Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν (αγγλ. A Tree Grows in Brooklyn), γνωστή και ως Χαμένα νιάτα, είναι δράμα παραγωγής 1945, σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν. Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος που έγραψε το 1943 η Μπέτι Σμιθ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι οι Ντόροθι ΜακΓκουάιαρΤζόαν ΜπλόντελΤζέιμς ΝτανΛόιντ Νόλανκαι στο ρόλο της Φράνσι η μικρή Πέγκι Αν Γκάρνερ. Η ταινία έλαβε δυο βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για τον Τζέιμς Νταν.

Η ταινία πραγματεύεται τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, με επίκεντρο την πορεία της μικρής Φράνσι προς την ωριμότητα.

Το 2010 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


 

Μια προσωπική κατάθεση

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ… το βιβλίο «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της  Μπέτυ Σμιθ. 

 

Ήταν Χριστούγεννα όταν πρωτοδιάβασα το μυθιστόρημα «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν». Τότε ήμουν γύρω στα 10 και είχα αγοράσει τη διασκευασμένη εκδοχή του. Κάπου στα 15 αγόρασα και την κανονική εκδοχή του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο εκτυλίσσεται στη χαραυγή του 20ου αιώνα σε μια κακόφημη φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης. Μια οικογένεια προσπαθεί να επιβιώσει- η μητέρα ξενοπλένει ενώ ο πατέρας δυσκολεύεται να εργαστεί και βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο αλκοόλ. Τα δύο παιδιά, η Φράνση κι ο μικρότερος Νήλυ (από το Κορνήλιος) όμως παρά τις αντίξοες συνθήκες, κάτω από τις οποίες ζουν, δε σταματούν να ονειρεύονται.  

Η ιστορία ξεκινάει το 1912 όταν η Φράνση κι ο Νήλυ, μαζεύουν πράγματα του πεταμού για να βγάλουν λίγα χρήματα. Τα μισά από αυτά τα λεφτά τα αποταμιεύουν σε τενεκεδάκια, που τα κρύβουν με προσοχή. Είναι η μικρή τους τράπεζα που αποδεικνύει την επιμονή και τις προσδοκίες της οικογένειας Νόλαν για μια καλύτερη ζωή.  Η δεκατριάχρονη Φράνση ονειρεύεται να τελειώσει το σχολείο και να γίνει συγγραφέας, αλλά η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της στέκεται εμπόδιο στα όνειρά της. Ο πατέρας της (Τζόνι) εργάζεται περιστασιακά ως σερβιτόρος κι η μητέρα (Κέιτι) καθαρίζει σκάλες για να συντηρήσει την οικογένειά της. Όταν η Κέιτι ανακοινώνει στον Τζόνι ότι πρόκειται να αποκτήσει και τρίτο παιδί η υλοποίηση των ονείρων της Κέιτι συναντά εμπόδια καθώς θα πρέπει να σταματήσει το σχολείο για να δουλέψει και να βοηθήσει στη συντήρηση του σπιτιού. Έτσι ο Τζόνι κάνει την ύστατη προσπάθεια για να βοηθήσει το σπίτι του και να βοηθήσει την κόρη του να τελειώσει το σχολείο. Τα χρόνια περνούν και η αφήγηση ακολουθεί τα δύο αδέλφια μέχρι την ενηλικίωσή τους, όταν έπειτα από κόπους τα όνειρά τους έχουν πραγματοποιηθεί


Η Φράνση λοιπόν… Ένα κορίτσι γεμάτο όνειρα και με πολλή φαντασία. Ονειροπόλα φύσει και θέσει, με υπερβολική αγάπη προς τον πατέρα της, τον Τζόνι. Κι αυτός όμως δεν πάει πίσω. Λατρεύει την κόρη του και μάλιστα τη φωνάζει «πριμαντόνα». Προσπαθεί να κάνει όλα τα όνειρά της πραγματικότητα. Αποκορύφωμα είναι η αλλαγή σχολείου. Ο Τζόνι της εξασφαλίζει μια θέση σε ένα καλύτερο σχολείο, έξω από την γειτονιά. Ο θάνατός του όμως είναι για τη Φράνση μεγάλο πλήγμα. Δυσκολεύεται να ξεπεράσει το χαμό του κι αυτό φαίνεται στις επιδόσεις της -οι άλλοτε χαρούμενες ιστορίες που έγραφε δίνουν τη θέση τους σε ιστορίες που περιγράφουν την ανθρώπινη δυστυχία σε όλο της το μεγαλείο. Με τον καιρό όμως ξαναστέκεται στα πόδια της. Πρέπει άλλωστε να στηρίξει την οικογένειά της. Ο Νήλυ από την άλλη δεν αγαπά τόσο πολύ το διάβασμα σε αντίθεση με την αδερφή του. Ειδικά όταν αναγκάζεται να δουλέψει αποφασίζει πως θα γίνει χρηματιστής ενάντια στο όνειρο της μητέρας του Κέιτι να γίνει γιατρός. Η Κέιτι, μια γυναίκα φτωχή, που από πολύ νωρίς μπήκε στον αγώνα της βιοπάλης, είναι ένα πρόσωπο κομβικό στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των παιδιών της. Αποτελεί τη φωνή της λογικής καθώς ξέρει καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει για να τα φέρει βόλτα, εν αντιθέσει με τον άντρα της, ο οποίος στην πρώτη δυσκολία τα παρατά. Δύο ήρωες αντιδιαμετρικοί ως προς το χαρακτήρα που σε κάνουν ν’ απορείς πώς παντρεύτηκαν. Η Κέιτι αν κι αναγκάζεται να δουλεύει πολλές ώρες εν τούτοις όποτε είναι με τα παιδιά της προσπαθεί να τα ενθαρρύνει και να τα εξοπλίσει με επιμονή και αντοχή για τις κακουχίες. Τρέφει παθολογική αγάπη για το γιο της. Παράλληλα όμως προσπαθεί να στηρίξει και τη Φράνση. Το όνειρό της είναι τα παιδιά της να μορφωθούν όσο το δυνατό περισσότερο. Γι’ αυτό και κάθε βράδυ τους διαβάζει μια σελίδα Σαίξπηρ και μια από την Αγία Γραφή.

Μέσα από αυτό το βιβλίο περιγράφεται το αμερικανικό όνειρο. Οι φτωχοί γονείς που πασχίζουν τα παιδιά τους να έχουν ένα καλύτερο από αυτούς μέλλον. Ένα βιβλίο που παρά τις όποιες κακουχίες περιγράφονται, είναι αισιόδοξο. Όπως κι η ηρωίδα του, η Φράνση. Ένα βιβλίο που μας θυμίζει πως δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω, ό,τι στραβό κι αν μας τύχει. Που μας κάνει να ονειρευτούμε ξανά. Μα πιο πολύ να πιστέψουμε ξανά στους εαυτούς μας.

https://www.kulturosupa.gr/index.php/art-book/koritsi-xatzi-6754/#.Vuha9dKLQ_4


 

Απόσπασμα από το βιβλίο


Ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στο τραπέζι κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

«Η μαμά δε μ’ αγαπάει, όπως αγαπάει τον Νήλυ, έκλαιγε με παράπονο. Έκανα ό,τι μπόρεσα για να την κάνω να μ’ αγαπήσει. Κάθομαι μαζί της, πάω όπου πάει, κάνω ό,τι μου πει. Μα δεν μπορώ να την κάνω να μ’ αγαπήσει, όπως μ’ αγαπούσε ο μπαμπάς».

Ύστερα είδε το πρόσωπο της μητέρας της στο τραμ καθώς καθότανε με το κεφάλι ακουμπισμένο πίσω και τα μάτια κλεισμένα. Θυμήθηκε τι άσπρη και τι κουρασμένη που φαινότανε. Η μαμά την αγαπούσε. Και βέβαια την αγαπούσε. Μόνο που δεν μπορούσε να το δείχνει, όπως το ’δειχνε ο μπαμπάς. Και ήτανε καλή, και άξια. Να, περίμενε από στιγμή σε στιγμή το μωρό, κι ήταν ακόμα έξω και δούλευε. Αν πέθαινε η μαμά, όταν θα ’κανε το μωρό; Το αίμα της Φράνσης πάγωσε, όταν το συλλογίστηκε αυτό. Τι θα γινόταν εκείνη κι ο Νήλυ χωρίς τη μαμά; Πού θα πήγαιναν; Η Ίβη και η Σίση ήταν πολύ φτωχές, και δε θα μπορούσαν να τους πάρουν. Δε θα ’χανε στον ήλιο μοίρα. Δεν είχανε στον κόσμο άλλο άνθρωπο απ’ τη μαμά.

«Θε μου, παρακάλεσε η Φράνση κάνε να μην πεθάνει η μαμά. Ξέρω πως είχα πει στον Νήλυ ότι δεν πιστεύω σε Σένα. Μα εγώ πιστεύω! Πιστεύω! Το ’χα πει έτσι! Μην τιμωρήσεις τη μαμά. Εκείνη δεν έχει κάνει κανένα κακό. Μην μας την πάρεις, επειδή είπα εγώ πως δεν πιστεύω σε Σένα. Αν την αφήσεις να ζήσει, εγώ για χάρη Σου να μη γράψω ποτέ πια. Να μην ξαναγράψω ποτέ μου άλλη ιστορία, φτάνει να την αφήσεις να ζήσει. Καλή μου Παναγία, πες στο παιδί Σου το Χριστό να παρακαλέσει το Θεό να μην πεθάνει η μητέρα μου».

Ένιωσε όμως πως η προσευχή της δεν ωφελούσε σε τίποτα. Ο Θεός θυμότανε πως είχε πει ότι δεν πίστευε σ’ Αυτόν, και, όπως είχε πάρει τον μπαμπά, θα ’παιρνε τώρα και τη μαμά, για να την τιμωρήσει. Την έπιασε ένας τρόμος υστερικός, και συλλογίστηκε τη μητέρα της σαν να ’χε κιόλας πεθάνει. Όρμησε έξω να πάει να τη βρει. Η Καίτη δεν ήταν πουθενά στο σπίτι όπου μένανε. Έτρεξε στο δεύτερο σπίτι, κι ανέβηκε τρέχοντας τα τρία πατώματα φωνάζοντας «Μαμά!». Δεν ήταν ούτ’ εδώ. Η Φράνση έτρεξε στο άλλο σπίτι, το τρίτο και τελευταίο. Η μαμά δεν ήταν στο πρώτο πάτωμα. Η μαμά δεν ήταν στο δεύτερο πάτωμα. Ένα πάτωμα έμενε ακόμα. Αν η μαμά δεν ήταν ούτ’ εκεί, τότε θα πει πως είχε πεθάνει. Ξεφώνισε:

– Μαμά! Μαμά!

– Απάνω είμαι, ακούστηκε ήρεμη η φωνή της Καίτης από το τρίτο πάτωμα. Μη φωνάζεις έτσι.

Η Φράνση αισθάνθηκε τέτοια ανακούφιση, που σχεδόν λιγοθύμησε. Δεν ήθελε να καταλάβει η μαμά πως είχε κλάψει. Έψαξε να βρει το μαντίλι της. Επειδή δεν το ’χε μαζί της, σκούπισε τα μάτια της με το μισοφόρι της και ανέβηκε στο τρίτο πάτωμα σιγά-σιγά.

– Γεια σου, μαμά.

– Έπαθε τίποτα ο Νήλυ;

– Όχι μαμά. (Η πρώτη της σκέψη είναι πάντα για τον Νήλυ.)

Η Καίτη συλλογίστηκε πως κάτι θα ’χε γίνει στο σχολείο κι είχε αναστατωθεί έτσι η Φράνση. Αν ήθελε, ας της έλεγε.

– Μαμά, μ’ αγαπάς;

– Παλαβή είμαι, να μην αγαπάω τα παιδιά μου;

– Με βρίσκεις και μένα όμορφη σαν τον Νήλυ;

Στάθηκε με αγωνία περιμένοντας την απάντηση της μαμάς, γιατί ήξερε πως η μαμά δεν έλεγε ποτέ ψέματα. Η απάντηση άργησε να ’ρθει.

– Έχεις πολύ ωραία χέρια και πολύ ωραία μακριά και πυκνά μαλλιά.

– Καλά, αλλά βρίσκεις πως είμαι όμορφη όσο είν’ ο Νήλυ; επέμενε η Φράνση, θέλοντας αυτή τη φορά να πει ψέματα η μαμά.

– Άκου, Φράνση, καταλαβαίνω πως κάπου θέλεις να καταλήξεις μ’ όλα αυτά τα στριφογυρίσματα, μα είμαι πάρα πολύ κουρασμένη και δεν μπορώ να μαντέψω. Κάνε λίγη υπομονή, ώσπου να γεννηθεί το μωρό. Σας αγαπάω και τους δυο σας, και σένα και τον Νήλυ, και σας βρίσκω και τους δυο αρκετά όμορφα παιδιά. Τώρα, σε παρακαλώ, προσπάθησε να μη με κουράζεις.

Στη στιγμή η Φράνση αισθάνθηκε τύψεις. Μια λύπη της έσφιξε την καρδιά, βλέποντας εκεί τη μητέρα της, που όπου να ’ναι θα ’κανε παιδί, να σέρνεται έτσι στο πάτωμα με τα τέσσερα. Γονάτισε κοντά της.

– Σήκω απάνω, μαμά, κι άσε με μένα να τελειώσω. Έχω καιρό. Βούτηξε το χέρι της στον κουβά με το νερό.

– Μη! ξεφώνισε η Καίτη.

Έβγαλε το χέρι της Φράνσης από το νερό και το σκούπισε με την ποδιά της.

– Να μη βάζεις τα χέρια σου σ’ αυτό το νερό. Έχει ποτάσα μέσα κι αλισίβα. Κοίταξε τα δικά μου τα χέρια πώς γίνανε.

Άπλωσε τα όμορφα χέρια της, που ήταν όμως γεμάτα χαρακιές.

– Δε θέλω να γίνουν έτσι και τα δικά σου. Θέλω εσύ να έχεις ωραία χέρια. Εξάλλου, κοντεύω.

– Αφού δεν μπορώ να σε βοηθήσω, να καθίσω στις σκάλες να σε κοιτάω;

– Αν δεν έχεις τίποτα καλύτερο.

Η Φράνση κάθισε και κοίταζε τη μητέρα της. Ήτανε τόσο ωραία, να κάθεται εκεί και να ξέρει πως η μαμά ήταν ζωντανή και ήταν κοντά της. Και το σφουγγάρισμα ακόμα έκανε κι αυτό έναν ευχάριστο ήχο, γεμάτο σιγουριά. Σουις-α, σουις-α, σουις-α, σουις-α, το πήγαινε η βούρτσα. Σλαπ-α, σλαπ-α, σλαπ-α, έκανε το σφουγγαρόπανο καθώς τα βούταγε η μαμά μες τον κουβά. Σκρανκ, σκρανκ, το πήγαινε ο κουβάς, καθώς τον έσπρωχνε η μαμά να πάει παραπέρα.

– Δεν έχεις, φίλες, Φράνση, να κάνετε συντροφιά;

– Όχι. Τις σιχαίνομαι τις γυναίκες.

– Αυτό δεν είναι φυσικό. Θα σου ’κανε καλό να κάνεις συντροφιά με κορίτσια της ηλικίας σου.

– Έχεις φίλες εσύ, μαμά;

– Όχι. Τις σιχαίνομαι τις γυναίκες, είπε η Καίτη.

– Βλέπεις; Είσαι κι εσύ σαν κι εμένα.

– Είχα όμως κάποτε μια φίλη, και από κείνη γνώρισα τον πατέρα σου. Βλέπεις, καμιά φορά οι φίλες είναι ένα κι ένα.

Μιλούσε χωρατεύοντας, η βούρτσα της όμως, καθώς σφύριζε, ήταν σαν νά ’λεγε: εσύ-θα-τρα-βή-ξεις-το- δρό-μο-σου-και-γω-το-δι-κό-μου. Έκανε αγώνα, και κράτησε τα δάκρυά της.

– Ναι, έχεις ανάγκη να ’χεις μια-δυο φίλες. Δε μιλάς ποτέ με κανέναν, παρά μόνο με τον Νήλυ και με μένα, κι όλο διαβάζεις τα βιβλία σου και γράφεις τις ιστορίες σου.

– Δε θα ξαναγράψω ποτέ πια.

Η Καίτη κατάλαβε αμέσως πως αυτό που είχε στο μυαλό της η Φράνση είχε σχέση με τις εκθέσεις της.

– Μήπως πήρες σήμερα κακό βαθμό στην έκθεση;

Όχι, είπε ψέματα η Φράνση, σαστισμένη, όπως πάντα, που μπορούσε να μαντεύει έτσι η μαμά.

Σηκώθηκε.

– Είναι ώρα, μου φαίνεται να πάω στου Μακ Γκάριτυ.

– Στάσου μια στιγμή. Η Καίτη έβαλε τη βούρτσα της και το σφουγγαρόπανο στον κουβά.

– Τέλος για σήμερα. Άπλωσε τα χέρια της:

– Βοήθησέ με να σηκωθώ.

Η Φράνση άρπαξε τα χέρια της μητέρας της. Η Καίτη κρεμάστηκε μ’ όλο της το βάρος, καθώς σηκωνότανε αδέξια στα πόδια της.

– Έλα μαζί μου ως το σπίτι, Φράνση.

Η Φράνση πήρε τον κουβά.

Η Καίτη έπιασε με το ένα της χέρι τα κάγκελα. Και με το άλλο αγκάλιασε τη Φράνση από τους ώμους. Κατέβαινε τα σκαλιά αργά-αργά, ακουμπώντας βαριά πάνω στο παιδί, ενώ η Φράνση κανόνιζε το βήμα της με τα αβέβαια βήματα της μητέρας της.

– Τώρα πια, Φράνση, περιμένω το μωρό από μέρα σε μέρα, και θα αισθάνομαι πολύ καλύτερα, άμα ξέρω πως δεν είσαι πολύ μακριά. Πάντα κάπου κοντά να είσαι. Κι όταν είμαι πουθενά και δουλεύω νά ’ρχεσαι πότε-πότε να βλέπεις αν είμαι καλά. Στηρίζομαι σε σένα όσο δεν μπορώ να σου πω. Στον Νήλυ δεν μπορώ να στηριχτώ, γιατί ένα αγόρι δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα σε τέτοια περίσταση. Αυτό τον καιρό σ’ έχω πάρα πολύ ανάγκη, κι αισθάνομαι πολύ πιο σίγουρη, όταν ξέρω πως είσαι κάπου κοντά. Λοιπόν, για λίγο καιρό, μη φεύγεις από κοντά μου.

Μια μεγάλη τρυφερότητα για τη μητέρα της πλημμύρισε την καρδιά της Φράνσης.

– Ούτε στιγμή δε θα σ’ αφήσω μονάχη μαμά μου, είπε.

– Το καλό μου το κορίτσι, είπε η Καίτη και της έσφιξε τον ώμο.

«Μπορεί, συλλογίστηκε η Φράνση, να μη μ’ αγαπάει όσο αγαπάει τον Νήλυ. Μ’ έχει όμως εμένα μεγαλύτερη ανάγκη, και μου φαίνεται πως το να σ’ έχει ένας άνθρωπος ανάγκη είναι σχεδόν το ίδιο ωραίο, σαν να σ’ αγαπάει. Ίσως μάλιστα να είναι και καλύτερο».

Μπέττυ Σμιθ, Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν, 

μτφρ. Δέσποινα Δετζώρτζη, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1993



 

Δείτε και τη θεατρική παράσταση από το αρχείο της ΕΡΤ

www.youtube.com/watch?v=DAn8uHBbJCU 

 

 

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου