Λογοτεχνικές bookιές
Έστρωσα ένα τραπέζι στον ίσκιο της ιτιάς. Έβαλα μερικά πιάτα µε καπνιστό χοιρομέρι, άλλα µε κομματάκια από ένα κατσικίσιο τυρί που ο Πάκο παράγγελνε να του στέλνουν από την Εξτρεμαδούρα και μερικά μπολ µε ελιές από την Αρμπέκα, του συνεταιρισμού του «Καμπ δε Βαλμπόνα», που ήταν οι αγαπημένες του εκδότη. Η λιτότητα που χαρακτήριζε τη ζωή του μεταβαλλόταν σε αυθεντική ασωτία όταν επρόκειτο να ικανοποιήσει το στομάχι του, πράγμα που προσέδιδε στην αυτοσχέδια απασχόλησή μου ως μάγειρα µία σπουδαιότητα που µε γέμιζε µε περηφάνια αλλά και µε ανασφάλεια. Έκανα το παν για να σταθώ στο ύψος του πατέρα µου, όμως, πώς θα τα κατάφερνα αν δεν ήξερα ακόμη σε ποια σημείο να κόβω τα πράσα; Σε τι θα µου χρησίμευε να φέρομαι στα χορταρικά µε εγκαρδιότητα, όταν, τελικά, αμφέβαλλα τη στιγμή που έπρεπε να τους καταφέρω το χτύπημα µε το μαχαίρι; Μερικές βδομάδες πριν, ο Πάκο, καθισμένος στο εστιατόρια του πατέρα µου, µε είχε πιάσει από το μπράτσο όταν βγήκα να του σερβίρω ένα αγριογούρουνο στιφάδο. «Εξαίσιο!» φώναξε χωρίς να µε αφήσει. «Εξαίσιο! Αυτό το ζώο όμως, πριν από λίγες μέρες, ξερίζωνε ακόμη τρούφες. Η μαγειρική είναι μια βάναυση τέχνη για ευαίσθητα πνεύματα. Το ίδιο και η λογοτεχνία. Πιάσε αυτά». Μου άφησε επιτέλους το μπράτσο και, αφού έψαξε μέσα σε μια πλαστική τσάντα, έβαλε στα χέρια μου δυο βιβλία. «Εδώ έχεις ένα ισορροπημένο μενού: μια σαλάτα με χορταρικά και αρνίσιο κεφαλάκι στο φούρνο. Πρέπει να μάθεις να επωφελείσαι από κάθε είδους ανάγνωση, όπως κάνεις και με τα φαγητά». Επέστρεψα στην κουζίνα κοιτάζοντας τα εξώφυλλα των βιβλίων. Το ένα ήταν Ο περίπατος του Ρόμπερτ Βάλσερ, το άλλο Η καρδιά του σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ. Πέρασα όλη τη νύχτα με το φως στο κομοδίνο μου αναμμένο, βυθισμένος σ’ εκείνες τις τόσο παράταιρες ιστορίες. Ξημέρωνε όταν, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, σκέφτηκα ότι ο εκδότης βρισκόταν σε καλό δρόμο όσον αφορά την έρευνά του για την ύπαρξη κάποιας σχέσης ανάμεσα στη μαγειρική και στη λογοτεχνία: δεν υπήρχε κανένα υπόδειγμα ή κανόνας που να επέτρεπε σε κάποιον να γράφει αλησμόνητα βιβλία, με τον ίδιο τρόπο που κανένας τσελεμεντές δεν μπορούσε να μεταμορφώσει έναν μαθητευόμενο σε εξαιρετικό μάγειρα.
…………………………………………………………………………
Όμως εγώ δεν ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ποτέ δεν είχα κάνει τέτοια σχέδια και ο πατέρας μου είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του για το μέλλον μου, με την ίδια αποφασιστικότητα που έκοβε τα πράσα. Θα γινόμουν μάγειρας, ένας καλός μάγειρας του Αμπουρδάν, μαθημένος να αναμειγνύει τις γεύσεις της θάλασσας και του βουνού, όπως στο σουρεαλιστικό τραγούδι που τραγουδούσα μικρός: «Οι λαγοί τρέχουν στη θάλασσα, στο βουνό οι σαρδέλες». Πρέπει να παραδεχτώ ότι η μαγειρική τέχνη μού φαινόταν ένας ευχάριστος τρόπος για να κερδίζει κανείς τη ζωή του.
………………………………………………………………………………
Κλείστηκα στην κουζίνα αγχωμένος να πιάσω δουλειά. Έβγαλα από το ψυγείο τις καραβίδες και δύο χωριάτικα κοτόπουλα και βάλθηκα να ετοιμάσω μια σάλτσα ντομάτας που καρύκεψα με ρίγανη, θυμάρι και δάφνη. Έπειτα, σαν να ζητούσα να ξορκίσω τη σύγχυση με την ανάμειξη των αρωμάτων, ψιλόκοψα σκόρδα, αμύγδαλα και φουντούκια και τα άφησα να μαριναριστούν σε παλιό κρασί και λίγη ρακή. Δραπετεύοντας χωρίς να ξέρω ακριβώς από τι, μύρισα τις άκρες των δαχτύλων μου όπως έκανε πάντα ο εκδότης. Ο πατέρας μου μού έλεγε πως πρέπει να αγγίζω το φαγητό με τα χέρια, να το χαϊδεύω, να το μεταχειρίζομαι με σεβασμό. Κάποτε με είχε πάει για κυνήγι. Είχαμε διασχίσει ένα κτήμα με αμυγδαλιές που μόλις είχαν ανθίσει. Το άρωμα των δέντρων ήταν τόσο διαπεραστικό και λεπτό, που σε μεθούσε σαν ναρκωτικό. Ένα κουνέλι πήδηξε ανάμεσα σε κάτι θάμνους. Ο πατέρας μου το έριξε κάτω μ’ ένα βόλι. «εδώ έχουμε όλα όσα χρειάζονται για ένα καλό φαγητό» μου είπε. «Ένα τοπίο είναι ένα μεγάλο συμπόσιο που απλώνεται μπροστά μας. Ένα συμπόσιο ωμό ακόμη, πικρό, ζωντανό. Οφείλεις να μάθεις να το μαγειρεύεις, όμως μην ξεχάσεις ποτέ από πού προέρχεται το υλικό με το οποίο δουλεύεις. Όταν βάζεις κάτι στην κατσαρόλα, μα το κάνεις χωρίς να χάνεις την οφειλόμενη αβρότητα».
…………………………………………………………………………………
Εκείνη τη νύχτα θα ήταν φρονιμότερο ν’ αρχίσω με κάτι ελαφρό και εύκολο: θα σοτάριζα τα πράσα με βούτυρο, θα πρόσθετα ρύζι και θα τα συνόδευα με ομελέτες με φρέσκο μάραθο. Ξεχώρισα δυο αρμαθιές πράσα και βάλθηκα να τα καθαρίζω. Όπως πάντα, ταλαντεύτηκα μπροστά στο πρώτο, γιατί αναρωτιόμουν πού τελείωνε το τρυφερό μέρος και πού άρχιζε το άχρηστο. Στα πράσα το άσπρο και το πράσινο δεν είναι δύο διαφορετικές ζώνες, αλλά δυο τάσεις που διαλύονται στις άκρες τους η μία μέσα στην άλλη. Το κόψιμο με το μαχαίρι συνεπαγόταν μια ευθυκρισία λιθοχαράκτη, που, όπως όλες οι αποφάσεις, μου φαινόταν υπερβολικά τελεσίδικη. Ο πατέρας μου απελπιζόταν μ’ αυτή μου την αναποφασιστικότητα. Εκείνος καθάριζε τα μαρούλια, έκοβε τα πράσα και τα φρέσκα κρεμμυδάκια, με σιγουριά, δίχως να το σκέφτεται, απολαμβάνοντας το πόσο μπλεγμένα είναι παντού το κακό και το καλό. Εγώ έπρεπε να το μελετήσω, όπως μελετάει κανείς τις λέξεις με τις οποίες θέλει να εκφράσει μια ιδέα γεμάτη αποχρώσεις. Ο πατέρας μου μού έλεγε ότι ποτέ δεν θα έφτανα να γίνω ένας καλός μάγειρας αν δεν αποδεχόμουν ότι τα πάντα –τα πάντα ανεξαιρέτως- ήταν βρώσιμα. Για εκείνον, όσον αφορά τον κόσμο των γεύσεων– και μερικές φορές πρόσθετε με ένα χαμόγελο ότι το ίδιο συνέβαινε και σε σχέση με τις γυναίκες- η τελειότητα δεν υπήρχε, κι επιπλέον ήταν άνοστη. Έτσι λοιπόν, δοκίμασα να εμποτιστώ με αγάπη για το απροσδιόριστο και άρχισα να κόβω με επίπλαστη αποφασιστικότητα.
Πέδρο Θαραλούκι: "Για εραστές και κλέφτες"











.jpg)



