Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

Λογοτεχνικές bookιές

Λογοτεχνικές bookιές

 

Έστρωσα ένα τραπέζι στον ίσκιο της ιτιάς. Έβαλα με­ρικά πιάτα µε καπνιστό χοιρομέρι, άλλα µε κομματάκια από ένα κατσικίσιο τυρί που ο Πάκο παράγγελνε να του στέλνουν από την Εξτρεμαδούρα και μερικά μπολ µε ελιές από την Αρμπέκα, του συνεταιρισμού του «Καμπ δε Βαλμπόνα», που ήταν οι αγαπημένες του εκδότη. Η λιτότητα που χαρακτήριζε τη ζωή του μεταβαλλόταν σε αυ­θεντική ασωτία όταν επρόκειτο να ικανοποιήσει το στο­μάχι του, πράγμα που προσέδιδε στην αυτοσχέδια απα­σχόλησή μου ως μάγειρα µία σπουδαιότητα που µε γέμι­ζε µε περηφάνια αλλά και µε ανασφάλεια. Έκανα το παν για να σταθώ στο ύψος του πατέρα µου, όμως, πώς θα τα κατάφερνα αν δεν ήξερα ακόμη σε ποια σημείο να κόβω τα πράσα; Σε τι θα µου χρησίμευε να φέρομαι στα χορ­ταρικά µε εγκαρδιότητα, όταν, τελικά, αμφέβαλλα τη στιγμή που έπρεπε να τους καταφέρω το χτύπημα µε το μαχαίρι; Μερικές βδομάδες πριν, ο Πάκο, καθισμένος στο εστιατόρια του πατέρα µου, µε είχε πιάσει από το μπρά­τσο όταν βγήκα να του σερβίρω ένα αγριογούρουνο στι­φάδο. «Εξαίσιο!» φώναξε χωρίς να µε αφήσει. «Εξαίσιο! Αυτό το ζώο όμως, πριν από λίγες μέρες, ξερίζωνε ακόμη τρούφες. Η μαγειρική είναι μια βάναυση τέχνη για ευαίσθητα πνεύματα. Το ίδιο και η λογοτεχνία. Πιάσε αυτά». Μου άφησε επιτέλους το μπράτσο και, αφού έψαξε μέσα σε μια πλαστική τσάντα, έβαλε στα χέρια μου δυο βιβλία. «Εδώ έχεις ένα ισορροπημένο μενού: μια σαλάτα με χορταρικά και αρνίσιο κεφαλάκι στο φούρνο. Πρέπει να μάθεις να επωφελείσαι από κάθε είδους ανάγνωση, όπως κάνεις και με τα φαγητά». Επέστρεψα στην κουζίνα κοιτάζοντας τα εξώφυλλα των βιβλίων. Το ένα ήταν Ο περίπατος του Ρόμπερτ Βάλσερ, το άλλο Η καρδιά του σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ. Πέρασα όλη τη νύχτα με το φως στο κομοδίνο μου αναμμένο, βυθισμένος σ’ εκείνες τις τόσο παράταιρες ιστορίες. Ξημέρωνε όταν, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, σκέφτηκα ότι ο εκδότης βρισκόταν σε καλό δρόμο όσον αφορά την έρευνά του για την ύπαρξη κάποιας σχέσης ανάμεσα στη μαγειρική και στη λογοτεχνία: δεν υπήρχε κανένα υπόδειγμα ή κανόνας που να επέτρεπε σε κάποιον να γράφει αλησμόνητα βιβλία, με τον ίδιο τρόπο που κανένας τσελεμεντές δεν μπορούσε να μεταμορφώσει έναν μαθητευόμενο σε εξαιρετικό μάγειρα.

…………………………………………………………………………

Όμως εγώ δεν ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ποτέ δεν είχα κάνει τέτοια σχέδια και ο πατέρας μου είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του για το μέλλον μου, με την ίδια αποφασιστικότητα που έκοβε τα πράσα. Θα γινόμουν μάγειρας, ένας καλός μάγειρας του Αμπουρδάν, μαθημένος να αναμειγνύει τις γεύσεις της θάλασσας και του βουνού, όπως στο σουρεαλιστικό τραγούδι που τραγουδούσα μικρός: «Οι λαγοί τρέχουν στη θάλασσα, στο βουνό οι σαρδέλες». Πρέπει να παραδεχτώ ότι η μαγειρική τέχνη μού φαινόταν ένας ευχάριστος τρόπος για να κερδίζει κανείς τη ζωή του.

………………………………………………………………………………

Κλείστηκα στην κουζίνα αγχωμένος να πιάσω δουλειά. Έβγαλα από το ψυγείο τις καραβίδες και δύο χωριάτικα κοτόπουλα και βάλθηκα να ετοιμάσω μια σάλτσα ντομάτας που καρύκεψα με ρίγανη, θυμάρι και δάφνη. Έπειτα, σαν να ζητούσα να ξορκίσω τη σύγχυση με την ανάμειξη των αρωμάτων, ψιλόκοψα σκόρδα, αμύγδαλα και φουντούκια και τα άφησα να μαριναριστούν σε παλιό κρασί και λίγη ρακή. Δραπετεύοντας χωρίς να ξέρω ακριβώς από τι, μύρισα τις άκρες των δαχτύλων μου όπως έκανε πάντα ο εκδότης. Ο πατέρας μου μού έλεγε πως πρέπει να αγγίζω το φαγητό με τα χέρια, να το χαϊδεύω, να το μεταχειρίζομαι με σεβασμό. Κάποτε με είχε πάει για κυνήγι. Είχαμε διασχίσει ένα κτήμα με αμυγδαλιές που μόλις είχαν ανθίσει. Το άρωμα των δέντρων ήταν τόσο διαπεραστικό και λεπτό, που σε μεθούσε σαν ναρκωτικό. Ένα κουνέλι πήδηξε ανάμεσα σε κάτι θάμνους. Ο πατέρας μου το έριξε κάτω μ’ ένα βόλι. «εδώ έχουμε όλα όσα χρειάζονται για ένα καλό φαγητό» μου είπε. «Ένα τοπίο είναι ένα μεγάλο συμπόσιο που απλώνεται μπροστά μας. Ένα συμπόσιο ωμό ακόμη, πικρό, ζωντανό. Οφείλεις να μάθεις να το μαγειρεύεις, όμως μην ξεχάσεις ποτέ από πού προέρχεται το υλικό με το οποίο δουλεύεις. Όταν βάζεις κάτι στην κατσαρόλα, μα το κάνεις χωρίς να χάνεις την οφειλόμενη αβρότητα».

…………………………………………………………………………………

Εκείνη τη νύχτα θα ήταν φρονιμότερο ν’ αρχίσω με κάτι ελαφρό και εύκολο: θα σοτάριζα τα πράσα με βούτυρο, θα πρόσθετα ρύζι και θα τα συνόδευα με ομελέτες με φρέσκο μάραθο. Ξεχώρισα δυο αρμαθιές πράσα και βάλθηκα να τα καθαρίζω. Όπως πάντα, ταλαντεύτηκα μπροστά στο πρώτο, γιατί αναρωτιόμουν πού τελείωνε το τρυφερό μέρος και πού άρχιζε το άχρηστο. Στα πράσα το άσπρο και το πράσινο δεν είναι δύο διαφορετικές ζώνες, αλλά δυο τάσεις που διαλύονται στις άκρες τους η μία μέσα στην άλλη. Το κόψιμο με το μαχαίρι συνεπαγόταν μια ευθυκρισία λιθοχαράκτη, που, όπως όλες οι αποφάσεις, μου φαινόταν υπερβολικά τελεσίδικη. Ο πατέρας μου απελπιζόταν μ’ αυτή μου την αναποφασιστικότητα. Εκείνος καθάριζε τα μαρούλια, έκοβε τα πράσα και τα φρέσκα κρεμμυδάκια, με σιγουριά, δίχως να το σκέφτεται, απολαμβάνοντας το πόσο μπλεγμένα είναι παντού το κακό και το καλό. Εγώ έπρεπε να το μελετήσω, όπως μελετάει κανείς τις λέξεις με τις οποίες θέλει να εκφράσει μια ιδέα γεμάτη αποχρώσεις. Ο πατέρας μου μού έλεγε ότι ποτέ δεν θα έφτανα να γίνω ένας καλός μάγειρας αν δεν αποδεχόμουν ότι τα πάντα –τα πάντα ανεξαιρέτως- ήταν βρώσιμα. Για εκείνον, όσον αφορά τον κόσμο των γεύσεων– και μερικές φορές πρόσθετε με ένα χαμόγελο ότι το ίδιο συνέβαινε και σε σχέση με τις γυναίκες- η τελειότητα δεν υπήρχε, κι επιπλέον ήταν άνοστη. Έτσι λοιπόν, δοκίμασα να εμποτιστώ με αγάπη για το απροσδιόριστο και άρχισα να κόβω με επίπλαστη αποφασιστικότητα.

 

Πέδρο Θαραλούκι: "Για εραστές και κλέφτες"  


 

Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα

(περιέχουν λογοτεχνικές bookιές και μπορείτε να τα δανειστείτε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη)

 

Από την εποχή της Χιονάτης κανείς δεν είχε τόσα μπλεξίματα με τα μήλα όσα η Κλαιρ, που ζούσε μόνη, κλεισμένη στον εαυτό της, κέρδιζε τη ζωή της μαγειρεύοντας και νοστίμιζε τα φαγητά της με τα μυρωδικά του κήπου της.

Όμως σ’ αυτόν τον κήπο υπήρχε και μία μηλιά που συνήθιζε να πετάει τα φρούτα της στους περαστικούς. Κι αν κανείς ξεγελιόταν και έτρωγε, αλίμονό του.

Η επιστροφή της αδερφής της μετά από χρόνια, η γνωριμία της με την ανιψιά της και η εμφάνιση ενός γοητευτικού γείτονα αναστατώνουν τη μοναχική ζωή της Κλαιρ που καταλαβαίνει ότι είναι καιρός να ανοίξει την καρδιά και το μαγικό κήπο της στους άλλους.

 

"Κι από Δευτέρα δίαιτα" Βίκυ Σαντοριναίου-Τζένη Χαρτά, εκδοτικός οίκος Λιβάνη

Αχ αυτή η ζυγαριά! Κάθε φορά που η Βάνα και η Τζέλα ανεβαίνουν για να ζυγιστούν, αρχίζουν οι μπελάδες. Τα πέντε έξι παραπανίσια κιλά τους δε λένε να φύγουν. Πότε τα χάνουν, πότε τα ξαναβρίσκουν. Στις ντουλάπες τους ρούχα σε όλα τα νουμεράκια. Τόμοι οι δίαιτες. Για κάθε προσπάθεια και μία διαφορετική. Με φρούτα, με γιαούρτια, με αβγά, με σούπες, με... με... Κι όλα αυτά την ίδια ώρα που η ζωή τρέχει, σε μια πόλη με τρελούς ρυθμούς. Έρωτες, απιστίες, χωρισμοί, γάμοι... Οι δύο φίλες δε διστάζουν να αναζητήσουν το μέλλον τους στην τράπουλα μιας χαρτορίχτρας, να παρακολουθήσουν έναν άντρα ύποπτο για απιστία αλλά και να σχολιάσουν τα... ψώνια που κυκλοφορούν γύρω μας.

Οι περιπέτειες του επιθεωρητή Σέλοκ του Σέλινου

Μυστήριο στο Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης

Ιωάννα Μπουλντούμη Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Επιστροφή στις ρίζες

Ο επιθεωρητής Σέλοκ ακούμπησε στα πλακάκια της κουζίνας τις αποσκευές του. Τελικά, το είχε πάρει απόφαση: δεν ήταν ο τύπος των διακοπών. H αλήθεια ήταν βέβαια πως το σκι στις χιονισμένες πλαγιές του παγωτού Κα³µάκι-τσα- λάν αποδείχτηκε ιδιαίτερα χαλαρωτικό. Μα από την τρίτη κιόλας μέρα της τιμητικής άδειάς του, άρχισε να του λείπει η δράση… Παραλίγο να ξεχαστεί και να µη βάλει τα παγοπέδιλά του στην κατάψυξη. Όταν άνοιξε την πόρτα, ένα κύμα ζέστης σάρωσε το κοτσάνι του. ∆οκίμασε και στη συντήρηση: τα ίδια. Το ψυγείο δε λειτουργούσε. Τι στο καλό; αναρωτήθηκε το σέλινο. Στο ψυγείο επικρατούσαν συνθήκες Ζαχάρας. Τα λαχανικά και τα φρούτα βρίσκονταν σε ημιλιπόθυμη κατάσταση. Το ζαχαρούχο γάλα έκανε αέρα µε µια  αυτοσχέδια βεντάλια από την ετικέτα μιας κονσέρβας μανιταριών, ξεφυσώντας µε θόρυβο. Τα μήλα ήταν από τους τυχερούς που μπορούσαν να διατηρηθούν κι εκτός ψυγείου. Τη μεγαλύτερη ζημιά την είχε υποστεί το βούτυρο, µε τις λιπαρές κηλίδες του να θυμίζουν διαρροή πετρελαίου στη θάλασσα των νησιών Κόρα-Κόρα. Ο Σέλοκ ένιωσε να ασφυκτιά. Κάτι η ζέστη, κάτι οι βαριές μυρωδιές, ένιωσε επιτακτική την ανάγκη να αναπνεύσει καθαρό αέρα. Αποφάσισε να

διανυκτερεύσει στο μικρό λαχανόκηπο της βεράντας. Έβαζε στοίχημα ότι ο µόνος που γνώριζε τι συνέβαινε ήταν ο κουτσομπόλης βασιλικός. Μπορεί να κοκορευόταν για την αριστοκρατική καταγωγή του, αλλά ο Σέλοκ ανέκαθεν θεωρούσε το εύγευστο μυρωδικό µια πολύ αξιόλογη πηγή πληροφοριών…

 

Το Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης

Λίγα βήματα πιο κάτω, ο Σέλοκ συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν ο µόνος που ξενυχτούσε. Το Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης ήταν κατάφωτο. Φωνές ακούγονταν από μέσα και οι κινούµενες σκιές που διαγράφονταν στα γαλακτερά τζάμια του ντουλαπιού μαρτυρούσαν ότι το επιτελείο ήταν σε κατάσταση συναγερμού. Το Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης στεγαζόταν στην απόρθητη τρίπατη πιατοθήκη βορειοδυτικά του νεροχύτη. Αποτελούσε τον κεντρικό φορέα εφαρμογής της πολιτικής υγιεινής διατροφής του σπιτιού. Κύρια αποστολή του ήταν η διασφάλιση της υγείας της οικογένειας, η διατροφική κυριαρχία των λαχανικών, των φρούτων και των σπιτικών φαγητών, καθώς και η προστασία από κάθε εξωτερική απειλή ξένων δυνάμεων, με κύριες το ντελίβερι και το τζανκ φουντ, αλλά και τα κορεσμένα λιπαρά, τα τηγανητά και τα αναψυκτικά. Στο Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης υπάγονταν όλες οι Ένοπλες ∆υνάμεις που φρόντιζαν για την εφαρμογή της πολιτικής υγιεινής διατροφής, και συγκεκριμένα: Ο Στρατός Ξηράς, δηλαδή οι μεραρχίες των αποξηραμένων φρούτων, μυρωδικών και μανιταριών, και το σύνταγμα των ξηρών καρπών. Το Πολεμικό Ναυτικό, όπως τα θαλασσινά-υποβρύχια και τα ψάρια-δύτες. Η Πολεμική Αεροπορία, δηλαδή οι γαλοπούλες μιράζ και τα κοτόπουλα φάντομ.

Επικεφαλής του Υπουργείου ήταν ο ταψίαρχος Τιμολέων Πυρέξ, μια αξιοσέβαστη στρατιωτική προσωπικότητα, γνωστός για τα κατορθώματά του. Φημιζόταν για την ανδρεία του, την τετράγωνη λογική του και την ανθεκτικότητά του στις υψηλές θερμοκρασίες. Το Υπουργείο είχε πρόσφατα μετακομίσει στην πιατοθήκη, αφού στο κελάρι όπου στεγαζόταν παλιότερα είχαν σημειωθεί μια σειρά από τρομοκρατικές ενέργειες, με κυριότερη την κλοπή πυρίμαχων πυρομαχικών και όπλων μαζικής διατροφής όπως φασόλια μονόβολα, ρεβίθια κρότου-λάμψης, αντιαρματικές φακές και πεπόνια-τορπίλες. ∆εν είχε τύχει ποτέ ο Σέλοκ να συναντήσει τον Τιμολέοντα Πυρέξ. Μια φωνούλα μέσα του του ψιθύριζε ότι σύντομα θα είχε την τιμή αυτή… Ούτως ή άλλως ένα κακό προαίσθημα τον κατέλαβε από τη στιγμή που άνοιξε το

ψυγείο, κι έκανε την καρδιά του σέλινου να σφιχτεί από την απειλή ενός άγνωστου κινδύνου. Το αλύχτισμα* ενός γλυκόσκυλου ακούστηκε πίσω από το παρατημένο καροτσάκι της λαϊκής, κι ο επιθεωρητής Σέλοκ το σέλινο ένιωσε το ρίγος στη

ραχοκοκαλιά του ακόμα πιο άγριο 

 

Γκοφρέτες και κορμάρα-φέτες!

Ώρες μετά, το σέλινο είχε παραδοθεί στην ακατάσχετη φλυαρία του βασιλικού. ∆υστυχώς όμως δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το τι συνέβαινε στο ψυγείο της κουζίνας, ούτε γιατί επικρατούσε τέτοιος αναβρασμός στο Υπουργείο Εθνικής Βιταμίνης. Με τούτα και μ’ εκείνα είχε πια ξημερώσει, και ο Σέλοκ αποφάσισε να γυρίσει στο Τμήμα. Το φως της μέρας τρύπωνε στην κουζίνα μέσα από τη συνθετική κουρτίνα με τις μαργαρίτες, χωρίς όμως να μπορέσει να διαλύσει και το σύννεφο της αόριστης ανησυχίας του Σέλοκ. Το ψυγείο βρισκόταν ακόμη εκτός λειτουργίας. Όταν ο Σέλοκ άκουσε σουρσίματα από παντόφλες, βιάστηκε να χωθεί στο ράφι του. Είχαν ξυπνήσει οι νοικοκυραίοι και κατευθύνονταν στην κουζίνα για το πρωινό.

Ο Σέλοκ τρόμαξε όταν αντίκρισε την κυρά του σπιτιού με τη μάσκα από αβοκάντο στο πρόσωπο και τα μπικουτί στα μαλλιά. Σαν να του φάνηκε ότι η κυρία είχε κάπως στρογγυλέψει μέσα στις δεκαπέντε μέρες που εκείνος έλειπε. Το θέαμα μιας ανθρώπινης νεροκολοκύθας με μάσκα ομορφιάς ήταν αστείο, αλλά συνάμα και τρομακτικό. Κρατήθηκε να μην μπήξει τις φωνές – το να ανακαλύψουν οι άνθρωποι ότι στην κουζίνα τους κατοικούσε ένα ολοζώντανο, παράλληλο σύμπαν, δε θα ήταν ό,τι καλύτερο για το ξεκίνημα της μέρας. «Κωστή, πάλι έπαιζες με την πρίζα του ψυγείου;» φώναξε η μητέρα στο γιο. «Τι λες, καλέ μαμά;» απάντησε εκείνος.«∆εν έκανα τίποτα, τ’ ορκίζομαι». «Να τους βράσω τους όρκους σου. Ποιος λοιπόν έβγαλε πάλι την πρίζα από το ρεύμα; Εγώ ή ο πατέρας σου;» «Και πού θες να ξέρω εγώ, ρε μάνα; Μήπως υπνοβατεί πάλι ο μπαμπάς όπως τότε με τη δίαιτα και τις τηγανίτες;» σχολίασε ξεκαρδισμένος ο μικρός. «Σιωπή, ανάγωγε!» τον μάλωσε η μητέρα. «Πω πω, χάλια έγιναν όλα. Σάπισε το μισό ψυγείο. Ούτε γάλα για τα δημητριακά σου δεν έχει…» «Οχ, όχι! Και τι θα φάω τώρα;» «Μη στενοχωριέσαι, παιδάκι μου. Θα σου δώσω λεφτά να πάρεις ένα κρουασάν κι ένα σοκολατούχο γάλα από το κυλικείο του σχολείου». «Γιούπι! Χθες ντόνατ, σήμερα κρουασάν, μου ’φεξε!»

 «Άσε τα πανηγύρια και πήγαινε να ξυπνήσεις τον πατέρα σου. Πες του να ντυθεί αμέσως, γιατί πρωινό δεν έχει. Θα παραγγείλουμε λουκουμάδες στο μαγαζί». Τη στιγμή που ο Σέλοκ άκουσε το ποδοβολητό ενός υπέρβαρου εφήβου να σφυροκοπάει τα πλακάκια, ένιωσε δροσιά να χαϊδεύει το κοτσάνι του. Το ψυγείο λειτουργούσε. Αμέσως, αναστεναγμοί ανακούφισης ξεχύθηκαν από όλα τα ράφια. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ο Σέλοκ προτού η οικογένεια κλείσει την πόρτα πίσω της, ήταν ένα αυτοσχέδιο τραγουδάκι που σφύριζε ο γιος: «Κρουασάν και πίτσα, γαριδάκια και γκοφρέτες, τι με νοιάζει που δεν έχω μια κορμάρα φέτες;»


Happy new year 2018


Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

(για όσους δεν μπορούν να κάνουν αυτή την εποχή μακρινά ταξίδια ας κάνουμε τον περίπλου της γης με ένα βιβλίο)

Η αναζήτηση της αλήθειας για την πλάση, η θαρραλέα εξερεύνηση των σκοτεινότερων ακτών της Γης, η ανακάλυψη πρωτόγονων φυλών, καινούριων τόπων και εδαφών, που κλόνισαν τις μέχρι τότε θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις του ανθρώπου σχετικά με το μικρόκοσμο που αντιπροσωπεύει ο περίγυρός του στο αχανές Σύμπαν, ήταν ο αγώνας του ανθρώπου για γνώση και συνειδητοποίηση της ­ατομικότητάς του.
Σε μια εποχή αποθέωσης της ευκολίας και του βολέματος, το μυθιστόρημα του βραβευμένου και με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος Γιώργου Λεονάρδου ρίχνει φως στην τιτάνια μάχη για το ξεκλείδωμα των παγκόσμιων μυστικών.
Ο αναγνώστης βρίσκεται πάνω στα καράβια, γεύεται την αρμύρα της θάλασσας, μετέχει στους κινδύνους και στην αβεβαιότητα της κάθε μέρας που ξημερώνει, αντιμετωπίζοντας τις φουρτούνες και τις περιπέτειες των διακοσίων εβδομήντα ανθρώπων που ξεκίνησαν το μεγάλο ταξίδι για το γύρο της Γης, πιστεύοντας ότι η Γη είναι... επίπεδη.
Κι από ένα βιβλίο για θαλασσοπόρους δε θα μπορούσαν να λείψουν οι Έλληνες ναυτικοί. Με επικεφαλής έναν ατρόμητο ποντοπόρο καπετάνιο από τα Καρδάμυλα της Χίου, άλλοι δύο Ρωμιοί ναυτικοί συντρόφεψαν τον Μαγγελάνο στην κατάκτηση του αγνώστου.

Χρόνια Πολλά και καλές αναγνώσεις

 


Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

 

Τζον Γκριν (John Green) : "Το Λάθος Αστέρι"

 

O πολυβραβευμένος ΤΖΟΝ ΓΚΡΙΝ κατάφερε να συγκλονίσει όλον τον κόσμο μ’ ένα ξεχωριστό έργο που γνωρίσαμε και σε μια εξαιρετική κινηματογραφική μεταφορά, το ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ .

Η Χέιζελ είναι μια 17χρονη που ζει στην Ιντιανάπολις κι έχει όλες τις ανησυχίες των εφήβων της ηλικίας της: Τη μοναξιά να μεγαλώνεις χωρίς αδέλφια, την αντιδραστικότητα στους υπερπροστατευτικούς γονείς, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τα αγαπημένα της βιβλία, το κολέγιο. Θα ήταν μια συνηθισμένη έφηβη, αν δεν ανήκε στα παιδιά εκείνα που κλήθηκαν νωρίς να συμβιώσουν με τη σκληρή πραγματικότητα του καρκίνου! Καταφέρνοντας να επιβιώσει- έστω κι επώδυνα- από τις πολλές υποτροπές της νόσου η 17χρονη Χέιζελ για 4 χρόνια θα παρακολουθεί τις αλλαγές στο σώμα της, φίλους να «φεύγουν», νέους να μπαίνουν στο πεδίο της άνισης μάχης με την πολυπρόσωπη αυτή αρρώστια. Μέσα της θα αντιπαλεύουν η όρεξη για ζωή κι η νιότη που διεκδικεί τα δίκια της στη ζωή, με τον πόνο, τη θλίψη, την παραίτηση και κείνο το αναπάντητο βασανιστικό «γιατί». Η Χέιζελ αναζητά τις απαντήσεις στα βιβλία και στην αινιγματική προσωπικότητα ενός ερημίτη συγγραφέα, που με τα λόγια του έγινε ερήμην του «συνοδοιπόρος της» στην ασθένειά της.
Αναπάντεχα τότε θα μπει στη μονότονη ζωή της ένας ξεχωριστός έφηβος, ο θυμόσοφος Ογκάστους , πρόθυμος να μοιραστεί τις αγωνίες της ,τους προβληματισμούς της και τις μύχιες επιθυμίες της. 
Με το σωματικό του κάλλος απλά να αντανακλά το ψυχικό του φως, ο Ογκάστους, κρύβοντας το προσωπικό του δράμα, θα οδηγήσει τη Χέιζελ σε πιο αισιόδοξα μονοπάτια και θα της διδάξει πως «η αγάπη μπορεί να σε ταξιδέψει ακόμη και με τραυματισμένα φτερά» και πως «η αληθινή ζωή μπορεί να χωρέσει και σε λίγες στιγμές αρκεί να θελήσουμε να τη μοιραστούμε. Μια ευτυχία που αξίζει κάθε τίμημα οδύνης», γιατί αυτή μας εξανθρωπίζει. 
Μια ευτυχία, λοιπόν, και το βιβλίο ενός μυστηριώδους συγγραφέα ζητούν να ολοκληρωθούν, πριν το «τέλος». Θa προλάβουν;

Είναι λίγα όσα μπορεί να προσθέσει κάποιος σε μια τέτοια ξεχωριστή έμπνευση! Είναι βέβαιο πως το ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ θα συμπεριληφθεί στα πιο συγκινητικά βιβλία που διαβάσατε ποτέ!
Προσοχή όμως! Η δύναμη του βιβλίου αυτού δεν έγκειται μονάχα στο ευαίσθητο θέμα του, (της συνύπαρξης του καρκίνου με το στάδιο της εφηβείας) αλλά στον τρόπο χειρισμού του. 
Η «μαγεία» του έγκειται στον τρόπο που συμπλέκονται ο έρωτας με τη σκιά της Αρρώστιας…

Σίγουρα χρίζει κάθε επαίνου η απόφαση ενός συγγραφέα να αναδείξει απερίφραστα ένα τόσο ιδιαίτερο θέμα ,όπως ο καρκίνος-και μάλιστα σε νεαρές ηλικίες. 

Καρκίνος! Ένα θέμα ταμπού, που το ξορκίζουμε με περιφράσεις όπως «επάρατη νόσος», «κακό σπυρί», προκειμένου να μην το κατονομάσουμε! Η γνώση όμως- κι όχι η υπεκφυγή- οδηγεί στη "λύση".


Το ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ, καταφέρνει να θίξει το θέμα της ασθένειας ακροβατώντας ανάμεσα σε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια και μια ευαισθησία, αποφεύγοντας επιδέξια την παγίδα του μελοδραματισμού, που θα ήταν η εύκολη λύση-καθώς το θέμα προσφέρεται. 
Το βιβλίο δεν τηρεί «αποστάσεις ασφαλείας» από την ίδια την πραγματικότητα της αρρώστιας. Αντιθέτως κατονομάζει τα πάντα, χωρίς να αναλωθεί σε κουραστικές ή εξειδικευμένες ιατρικές λεπτομέρειες. 

Ενίοτε από το κείμενο ξεπηδά ένα χιούμορ πικρό κι αυτοσαρκαστικό χωρίς ποτέ όμως να καταλήγει σε κυνισμό. Ο πνευματώδης αυτός χαρακτήρας είναι απολαυστικός. Προσφέρει μια φρεσκάδα νεανική αμβλύνοντας τη συναισθηματική φόρτιση, χωρίς να την αναιρεί κι εδώ είναι η επιτυχία του!

Η παρουσία του καρκίνου στην ιστορία μας είναι διάχυτη. Αυτός είναι ρυθμιστής και αργά ή γρήγορα ξεγυμνώνει την αλήθεια όλων. Όχι! Δεν υπάρχουν υπερήρωες σε αυτή τη μάχη, δεν υπάρχει ωραιοποίηση. 
Υπάρχουν άνθρωποι τρωτοί, πληγωμένοι που βιώνουν έναν αναπόδραστο φόβο. Λυγίζουν, κλαίνε, βιώνουν το θυμό του μεγάλου γιατί. Μερικοί από αυτούς αναπτύσσουν έναν δύστροπο, τυραννικό χαρακτήρα. 
Μερικές φορές δοκιμάζουν την ευθεία απόρριψη από τον κόσμο των υγιών, την ερωτική απογοήτευση ή την ταπείνωση του οίκτου από τους γύρω. Με αυτόν τον τρόπο φωτίζονται όλες οι πλευρές και αποδομείται το εξιδανικευτικό στερεότυπο του «γελαστού καρκινοπαθούς που με το φως του και τη δύναμη του δίνει μαθήματα σε όλους». O καρκινοπαθής είναι άνθρωπος κι έχει δικαίωμα στην πτώση, στο θυμό, στην άρνηση.

Το ζοφερό αυτό τοπίο έρχεται να απαλύνει η φιλία και κυρίως ένας αγνός, νεανικός έρωτας από τους πιο ωραίους που έχω συναντήσει ποτέ στη λογοτεχνία. Αυτός ο έρωτας διέρχεται όλα τα φυσιολογικά στάδια, που του προσδίδουν αυθεντικότητα με αποτέλεσμα να μας αγγίζει όλους μας πολύ βαθιά και να μας παρέχει πολύτιμα διδάγματα. 
Ενώ συνήθως στις κινηματογραφικές ιστορίες που εμπλέκουν τον παράγοντα της ασθένειας έχουμε ένα ετεροβαρές δίπολο σε όπου ο ένας είναι υγιής κι άλλος αντιμετωπίζει την προοπτική του θανάτου(Love Story,P.S. I love you,Το Ημερολόγιο) , εδώ οι κεντρικοί ήρωες-Ογκάστους και Χέιζελ είναι κοινωνοί της ίδιας μοίρας… Αυτό φυσικά δε στερεί από κανέναν τους την μοναδικότητά του. Απλώς εξασφαλίζει μια μεγαλύτερη μεταξύ τους συμβατότητα . 
Μέσα από την αγάπη τους τα δυο παιδιά προτάσσουν μια χαμηλόφωνη, πλην ουσιαστική και γενναία αντίσταση στον καρκίνο. Στο κάτω-κάτω είναι καθολική αλήθεια πως ο αμοιβαίος έρωτας ομορφαίνει τη ζωή όλων μας και συχνά μας αναμορφώνει. Έτσι κι εδώ! 

Ο ξεχωριστός Ογκάστους θα αφυπνίσει και την Χέιζελ και θα την παρασύρει σε έναν ξέφρενο "χορό ζωής" σε πείσμα της σωματικής κατάπτωσης.
Ναι, μπορεί η ασθένεια να κινεί τα νήματα και μερικές φορές να θέτει χρονικά όρια όμως η ψυχή δε γίνεται μαριονέττα της! 
Ο Ογκάστους και η Χέιζελ δεν καταδέχονται το «ναρκισσισμό» του «ηττημένου», που μεμψιμοιρώντας παραμένει στο επίκεντρο και επιβάλλει τις επιθυμίες του «ενοχοποιώντας» τους υγιείς οικείους του, αλλά διεκδικούν στιγμές αληθινές και δεν παραδίδονται. Αυτή είναι η τραγικότητα και το μεγαλείο τους που θα στοιχειώσει για πάντα όποιον τους ανακαλύψει μέσα από τις σελίδες του ΤΖΟΝ ΓΚΡΙΝ:

Πόσοι υγιείς άραγε θα ζήσουν την παραχώρηση του Εγώ σε ένα μεγαλειώδες εμείς; Πόσοι υγιείς θα δουν τον έρωτά τους να ατενίζει έναν ουρανό που τους ραίνει με ροδοπέταλα; Πόσοι σε έναν τόπο γεμάτο ενθύμια θανάτου θα ανάγκαζαν τους γύρω τους να χειροκροτήσουν τη ζωή; Πόσοι θα βιώσουν στην πράξη τη μεγάλη αλήθεια εκείνου του παλιού τραγουδιού «Μονάχα όσα έδωσες για πάντα είναι δικά σου»;

«Μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα», όπως ακριβώς το συναντάμε στο λόγο του ποιητή… Γιατί το σπουδαιότερο δίδαγμα από το ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ είναι πως τελικά ο χρόνος αποτελεί μια συμβατική και πεπερασμένη έννοια. Η ψυχή και όσα νοηματοδοτούν την ύπαρξή μας εκτείνονται πέρα από χρονικά πλαίσια. Η αγάπη, η παραχώρηση, το πάθος εκφράζονται «ενσώματα» ,ωστόσο παραμένουν άχρονα. Δεν υποτάσσονται σε… προθεσμίες.

Το μεγαλείο του ανθρώπου δεν προσδιορίζεται ούτε από τη φυσική του κατάσταση, ούτε από τη διάρκεια του βίου του αλλά από την αξιοποίηση της στιγμής. 

Ερχόμαστε ως έμβια όντα με αρχικό σκοπό την επιβίωση. Ζητούμενο όμως πρώτιστο είναι να ζήσουμε. Αυτή είναι η πρόκληση. Κατάφαση ζωής όμως σημαίνει υπέρβαση του «μικρού θηρίου», που σύμφωνα με την αριστοτελική ρήση γαντζώνεται από το μονισμό του. Όταν τείνουμε το χέρι για να συναντήσουμε στον Άλλον κάνουμε ένα βήμα προς τον Άνθρωπο. Σηκώνουμε την ψυχή από «τα τέσσερα στα δύο πόδια» όπως κατά παράφραση ανέφερε στη δίκη του ο ανθρωπιστής συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης. 

Το ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ αποδεικνύει ιδανικά την αφοπλιστική ρήση του Βίκτορ Ουγκό στους ΑΘΛΙΟΥΣ: «Το να πεθαίνεις δεν είναι τίποτα. Το να μη ζεις είναι τρομερό!».

Είναι βέβαιο πως ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΑΣΤΕΡΙ είναι ένα βιβλίο «φωτοβόλο», που το νιώθεις ως τα τρίσβαθα να ακτινοβολεί επιθυμία για ζωή, ανθρωπιά και συγκλονιστικά διδάγματα που σε σημαδεύουν για μια ζωή και επηρεάζουν καταλυτικά τη στάση απέναντι σε όλα τα ζητήματα της ύπαρξης μας.

Αφήστε αυτό το «λαμπρό άστρο» της Λογοτεχνίας να φωτίσει την καρδιά σας- κι αν λίγο τη ραγίσει, δεν πειράζει!- θα την έχει φέρει πιο κοντά στον «Άνθρωπο» ...

Πηγή: www.λέσχη.gr

 

Δείτε και το τρέιλερ της ταινίας:

https://www.youtube.com/watch?v=93WYoqf9ETc

 

H πείνα του Καραγκιόζη Αντώνης Μόλλας

 

H πείνα του Καραγκιόζη Αντώνης Μόλλας

Πράξη πρώτη

(Η σκηνή παριστά δεξιά το σαράι και αριστερά το καραγκιοζόσπιτο.

O Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ίστανται εις το μέσον της σκηνής και συζητούν.)

Σκηνή Α' Καραγκιόζης, Χατζηαβάτης

 

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Φτώχεια, Χατζατζάρη μου, φτώχεια καταραμένη.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Κι εγώ, Καραγκιόζη μου, έχω δέκα μέρες να σταυρώσω δεκάρα στην τσέπη μου. Εσύ όμως δεν πρέπει να παραπονείσαι και τόσο, γιατί έχεις το θείο σου, τον Μπαρμπαγιώργο, που έχει τόση περιουσία, και, δεν αμφιβάλλω, θα σε μπαλώνει.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Το γρουσούζη, μωρέ, μη μου τον μελετάς, Χατζατζάρη. Μόλις με δει, νομίζει πως βλέπει το χάρο του. Δεν προκάνω να του πω καλημέρα και με βάνει στο κυνήγι. Μου λέει: «Φεύγα γιατί θα μολήσω τα σκυλιά να σε φάνε».
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Τόσο κακός είναι;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Αφού προχθές, Χατζατζάρη, είχα πάει στη στάνη, και είχα μια πείνα, και λογάριασε με τέτοια πείνα να πάω τόσο δρόμο, Χατζατζάρη, και στο δρόμο που πήγαινα βρίσκω ένα σύκο σε μια συκιά και καθώς το ’φαγα και πήγε στην κοιλιά μου ακούω έναν εσωτερικόν καβγά, ένα κακό…
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Και πού έγινε αυτός ο καβγάς, Καραγκιόζη μου;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στην κοιλιακήν μου χώρα. Ήλθον τα άντερά μου εις έριδας συναμεταξύ των, ποιο θα πρωταρπάξει το σύκο.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ— (Γελών) Να σε πάρει η ευχή, Καραγκιόζη μου, φαντάζουμαι με αυτή την πείνα σαν πήγες απάνω τι θα ’φαγες.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στάσου, Χατζατζάρη, και θ’ ακούσεις τι έπαθα. Μόλις πήγα, με είδε η θεια-Γιωργούλα και με λυπήθηκε, που είχα αλληθωρίσει από την πείνα, και μου γιόμισε μια τσανάκα στιφάδο, που μοσχοβόλαγε, Χατζατζάρη μου.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Μη μου το λες, Καραγκιόζη μου, γιατί μ’ έπιασε λιγούρα· φαντάζουμαι πώς θα ρίχτηκες στην τσανάκα…

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Μόλις λοιπόν κάθισα κι έκοψα κάτι κομμάτες ψωμί μέσα, γιατί μου 'χε φέρει ένα καρβέλι σπιτίσιο μπροστά μου, και μόλις ετοιμαζόμουνα να πάρω την πρώτη μπουκιά, και είχα βουτήξει με το πιρούνι ένα κομμάτι κρέας πενήντα δράμια και ένα κομμάτι ψωμί, ακούω ένα «γκαπ» στο σβέρκο μου, αφού η μούρη μου πήγε μέσα στην τσανάκα. Ενόμιζα πως έπεσε ένα βαρελάκι που είχαν κρεμάσει στο ταβάνι. Γυρίζω να ιδώ και τι να ιδώ, Χατζατζάρη μου· τον Μπαρμπαγιώργο να ξανασηκώνει την γκλίτσα και να με σημαδεύει. Τι να κάμω αυτή την στιγμήν, Χατζατζάρη; Εσκέφθηκα να κατεβάσω το τροπάριο της ψευτιάς κάτω να τον καταφέρω να με αφήσει τουλάχιστον να φάω και άρχισα τις μαλαγανιές. Αλλά πού; Όσο να γλιτώσει η μια γκλιτσιά, μου 'ρχότανε η άλλη.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Γιατί, Καραγκιόζη μου, σ' έδειρε ο κακούργος κατ' αυτό τον τρόπο;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τον γκρέμισε ο γάιδαρος στο δρόμο, και μόλις είδε εμένα, ενόμισε πως εγώ έφερα τη γρουσουζιά και τον έριξε ο γάιδαρος. Τι να κάμω, Χατζατζάρη μου; Παρατάω το φαΐ και πηδάω από το παράθυρο να γλιτώσω. Είχα την πείνα, έφαγα και το ξύλο ή που με είδαν τα σκυλιά που έτρεχα και με βάλαν στο κυνήγι και με κάμανε και έφθασα για δέκα λεπτά στη χώρα σαν μοτοσικλέτα.

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αμ, Καραγκιόζη μου, δεν του τα 'χεις κάνει και λίγα του θείου σου. Λίγα μασκαραλίκια του 'χεις κάνει του φουκαρά;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Και ξέρεις γιατί πήγα, Χατζατζάρη; Πήγα να του υποδείξω το χάνι εκείνο που είναι κοντά στο μεγάλο δρόμο, που είναι κλειστό, να τον κατάφερνα να βάλει τίποτα παράδες, να το ανοίξουμε, να γλιτώσω κι εγώ ο φουκαράς. Εγώ τα καταφέρνω λιγάκι στη μαγειρική, επίσης κι ο μπάρμπας μου.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αλήθεια, Καραγκιόζη, και το 'χουν παραμελήσει αυτό το μέρος και έχει και τόσο ωραίο νερό το πηγάδι. Κι εκείνα τα ωραία δένδρα κοντεύουν να ξεραθούν απεριποίητα. Θα κάνατε χρυσές δουλειές, που περνούν τόσοι ξένοι αποκεί καθημερινώς. Αυτό δεν είναι χάνι, Καραγκιόζη μου, αυτό μπορεί να γίνει ένα εξοχικόν κέντρον πρώτης τάξεως. Τι λες, Καραγκιόζη, πάμε μαζί να τον καταφέρω εγώ τον Μπαρμπαγιώργο;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τι λες, Χατζατζάρη; Τι θέλεις, να με γραπώσει και να με παραγουλήσει στο ξύλο;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αστειεύεσαι που θα τον αφήσω εγώ να σε δείρει; Ξέρεις, σε μένα έχει κάποιαν υπόληψιν ο Μπαρμπαγιώργος.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άμα σε δει μαζί μου, θα χάσει πάσαν υπόληψιν και για σένα και φόβος υπάρχει να μην τις φας κι εσύ.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Πάμε μαζί και μη φοβάσαι, Kαραγκιόζη. Eμπρός, καρδιά, Kαραγκιόζη!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Eμπρός, καρδιά, Xατζατζάρη μου, αλλά ποδάρια πίσω.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Kαραγκιόζη, έχεις το λόγο μου, θα προτιμήσω να φάω εγώ ξύλο, όχι εσύ. Άμα σου δώσει μία σφαλιάρα ο Mπαρμπαγιώργος, θα έχεις το δικαίωμα να μου δώσεις εκατό εμένα.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άιντε, Xατζατζάρη, κι αν με δείρει ο Mπαρμπαγιώργος, αν δε σε ταράξω στο ξύλο να μη με πουν Kαραγκιόζη. Aν δε σε κάνω να σε πιάσει παραμιλητό.

(Aναχωρούν)