
H πείνα του Καραγκιόζη Αντώνης Μόλλας
Πράξη πρώτη
(Η σκηνή παριστά δεξιά το σαράι και αριστερά το καραγκιοζόσπιτο.
O Καραγκιόζης και ο Χατζηαβάτης ίστανται εις το μέσον της σκηνής και συζητούν.)
Σκηνή Α' Καραγκιόζης, Χατζηαβάτης
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Φτώχεια, Χατζατζάρη μου, φτώχεια καταραμένη.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Κι εγώ, Καραγκιόζη μου, έχω δέκα μέρες να σταυρώσω δεκάρα στην τσέπη μου. Εσύ όμως δεν πρέπει να παραπονείσαι και τόσο, γιατί έχεις το θείο σου, τον Μπαρμπαγιώργο, που έχει τόση περιουσία, και, δεν αμφιβάλλω, θα σε μπαλώνει.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Το γρουσούζη, μωρέ, μη μου τον μελετάς, Χατζατζάρη. Μόλις με δει, νομίζει πως βλέπει το χάρο του. Δεν προκάνω να του πω καλημέρα και με βάνει στο κυνήγι. Μου λέει: «Φεύγα γιατί θα μολήσω τα σκυλιά να σε φάνε».
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Τόσο κακός είναι;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Αφού προχθές, Χατζατζάρη, είχα πάει στη στάνη, και είχα μια πείνα, και λογάριασε με τέτοια πείνα να πάω τόσο δρόμο, Χατζατζάρη, και στο δρόμο που πήγαινα βρίσκω ένα σύκο σε μια συκιά και καθώς το ’φαγα και πήγε στην κοιλιά μου ακούω έναν εσωτερικόν καβγά, ένα κακό…
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Και πού έγινε αυτός ο καβγάς, Καραγκιόζη μου;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στην κοιλιακήν μου χώρα. Ήλθον τα άντερά μου εις έριδας συναμεταξύ των, ποιο θα πρωταρπάξει το σύκο.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ— (Γελών) Να σε πάρει η ευχή, Καραγκιόζη μου, φαντάζουμαι με αυτή την πείνα σαν πήγες απάνω τι θα ’φαγες.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Στάσου, Χατζατζάρη, και θ’ ακούσεις τι έπαθα. Μόλις πήγα, με είδε η θεια-Γιωργούλα και με λυπήθηκε, που είχα αλληθωρίσει από την πείνα, και μου γιόμισε μια τσανάκα στιφάδο, που μοσχοβόλαγε, Χατζατζάρη μου.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Μη μου το λες, Καραγκιόζη μου, γιατί μ’ έπιασε λιγούρα· φαντάζουμαι πώς θα ρίχτηκες στην τσανάκα…
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Μόλις λοιπόν κάθισα κι έκοψα κάτι κομμάτες ψωμί μέσα, γιατί μου 'χε φέρει ένα καρβέλι σπιτίσιο μπροστά μου, και μόλις ετοιμαζόμουνα να πάρω την πρώτη μπουκιά, και είχα βουτήξει με το πιρούνι ένα κομμάτι κρέας πενήντα δράμια και ένα κομμάτι ψωμί, ακούω ένα «γκαπ» στο σβέρκο μου, αφού η μούρη μου πήγε μέσα στην τσανάκα. Ενόμιζα πως έπεσε ένα βαρελάκι που είχαν κρεμάσει στο ταβάνι. Γυρίζω να ιδώ και τι να ιδώ, Χατζατζάρη μου· τον Μπαρμπαγιώργο να ξανασηκώνει την γκλίτσα και να με σημαδεύει. Τι να κάμω αυτή την στιγμήν, Χατζατζάρη; Εσκέφθηκα να κατεβάσω το τροπάριο της ψευτιάς κάτω να τον καταφέρω να με αφήσει τουλάχιστον να φάω και άρχισα τις μαλαγανιές. Αλλά πού; Όσο να γλιτώσει η μια γκλιτσιά, μου 'ρχότανε η άλλη.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Γιατί, Καραγκιόζη μου, σ' έδειρε ο κακούργος κατ' αυτό τον τρόπο;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τον γκρέμισε ο γάιδαρος στο δρόμο, και μόλις είδε εμένα, ενόμισε πως εγώ έφερα τη γρουσουζιά και τον έριξε ο γάιδαρος. Τι να κάμω, Χατζατζάρη μου; Παρατάω το φαΐ και πηδάω από το παράθυρο να γλιτώσω. Είχα την πείνα, έφαγα και το ξύλο ή που με είδαν τα σκυλιά που έτρεχα και με βάλαν στο κυνήγι και με κάμανε και έφθασα για δέκα λεπτά στη χώρα σαν μοτοσικλέτα.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αμ, Καραγκιόζη μου, δεν του τα 'χεις κάνει και λίγα του θείου σου. Λίγα μασκαραλίκια του 'χεις κάνει του φουκαρά;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Και ξέρεις γιατί πήγα, Χατζατζάρη; Πήγα να του υποδείξω το χάνι εκείνο που είναι κοντά στο μεγάλο δρόμο, που είναι κλειστό, να τον κατάφερνα να βάλει τίποτα παράδες, να το ανοίξουμε, να γλιτώσω κι εγώ ο φουκαράς. Εγώ τα καταφέρνω λιγάκι στη μαγειρική, επίσης κι ο μπάρμπας μου.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αλήθεια, Καραγκιόζη, και το 'χουν παραμελήσει αυτό το μέρος και έχει και τόσο ωραίο νερό το πηγάδι. Κι εκείνα τα ωραία δένδρα κοντεύουν να ξεραθούν απεριποίητα. Θα κάνατε χρυσές δουλειές, που περνούν τόσοι ξένοι αποκεί καθημερινώς. Αυτό δεν είναι χάνι, Καραγκιόζη μου, αυτό μπορεί να γίνει ένα εξοχικόν κέντρον πρώτης τάξεως. Τι λες, Καραγκιόζη, πάμε μαζί να τον καταφέρω εγώ τον Μπαρμπαγιώργο;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Τι λες, Χατζατζάρη; Τι θέλεις, να με γραπώσει και να με παραγουλήσει στο ξύλο;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Αστειεύεσαι που θα τον αφήσω εγώ να σε δείρει; Ξέρεις, σε μένα έχει κάποιαν υπόληψιν ο Μπαρμπαγιώργος.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άμα σε δει μαζί μου, θα χάσει πάσαν υπόληψιν και για σένα και φόβος υπάρχει να μην τις φας κι εσύ.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Πάμε μαζί και μη φοβάσαι, Kαραγκιόζη. Eμπρός, καρδιά, Kαραγκιόζη!
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Eμπρός, καρδιά, Xατζατζάρη μου, αλλά ποδάρια πίσω.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ — Kαραγκιόζη, έχεις το λόγο μου, θα προτιμήσω να φάω εγώ ξύλο, όχι εσύ. Άμα σου δώσει μία σφαλιάρα ο Mπαρμπαγιώργος, θα έχεις το δικαίωμα να μου δώσεις εκατό εμένα.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ — Άιντε, Xατζατζάρη, κι αν με δείρει ο Mπαρμπαγιώργος, αν δε σε ταράξω στο ξύλο να μη με πουν Kαραγκιόζη. Aν δε σε κάνω να σε πιάσει παραμιλητό.
(Aναχωρούν)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου