Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Τα βιβλία που διαβάσαμε

 

 




Μια αληθινή ιστορία από το Ιράκ και την εισβολή του Απρίλη του 2003. Η Αλία, υπεύθυνη της βιβλιοθήκης, σώζει το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων της Βιβλιοθήκης της Βασόρας, με θάρρος και αισιοδοξία, πιστή στο όνειρό της: τις ημέρες της ΕΙΡΗΝΗΣ!

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΑΡΙΟΣ ΤΗΣ ΒΑΣΟΡΑΣ.pdf (900429)


 


Μπορεί ένα βιβλίο να γίνει αντικείμενο αστυνομικής έρευνας σαν να επρόκειτο για ένα έγκλημα, με ίχνη στις σελίδες του, στις γκραβούρες του και στα διακριτικά της εκτύπωσής του; Ο Λούκας Κόρσο, ένας μισθοφόρος της βιβλιοθήκης κυνηγός βιβλίων για λογαριασμό άλλων, πρέπει να βρει απάντηση σ' αυτό το ερώτημα όταν αναλαμβάνει μια διπλή αποστολή από τους πελάτες του: να διαπιστώσει τη γνησιότητα ενός χειρόγραφου κεφαλαίου των "Τριών Σωματοφυλάκων" και να λύσει το αίνιγμα ενός παράξενου βιβλίου, που κάηκε το 1667 μαζί με τον άνθρωπο που το τύπωσε. Η έρευνα παρασέρνει τον Κόρσο σε μια επικίνδυνη αναζήτηση, που θα τον φέρει στα αρχεία της Ιερής Εξέτασης, στα απαγορευμένα βιβλία, σε σκονισμένα ράφια βιβλιοπωλείων με παλιούς τόμους και στις εκλεκτές βιβλιοθήκες φημισμένων συλλεκτών. Με το ιδιαίτερο αφηγηματικό ταλέντο του ο Ρεβέρτε, που έχει χαρακτηριστεί ως ο μετρ του έξυπνου σασπένς, χτίζει πέτρα πέτρα το "Η Λέσχη 'Δουμάς'" με μια συναρπαστική πλοκή, όπου δίνουν ραντεβού τα συστατικά του κλασικού μυθιστορήματος, οι ιστορίες μυστηρίου και οι τεχνικές της περιπετειώδους επιφυλλίδας. Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ρομάν Πολάνσκι το 1999, με τίτλο "Η ένατη Πύλη" και πρωταγωνιστές τους Johny Depp και Lena Olin.

 

Είναι μακρινή η εποχή όπου μια υπογραφή του Δουμά πολλαπλασίαζε τα αντίτυπα και πλούτιζε εκδότες. Σχεδόν όλα τα μυθιστορήματά του εμφανίστηκαν έτσι, σε συνέχειες, με το «συνεχίζεται στο επόμενο» στο τέλος της σελίδας, και το κοινό έμενε με την ψυχή στο στόμα έως το επόμενο κεφάλαιο. Στα αναγνώσματα σε συνέχειες, το μυστικό της επιτυχίας είναι απλό: ο ήρωας, η ηρωίδα, με αρετές ή χαρακτηριστικά που αναγκάζουν τον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί τους…

Αν συμβαίνει αυτό σήμερα με τα τηλεμυθιστορήματα, φανταστείτε το αποτέλεσμα εκείνη την εποχή, χωρίς ραδιόφωνο και τηλεόραση, με μια αστική τάξη άπληστη για εκπλήξεις και ψυχαγωγία, με μικρές απαιτήσεις για ποιότητα και καλό γούστο…

Το πνεύμα του Δουμά το κατάλαβε αυτό και με σοφή αλχημεία παρασκεύασε ένα προϊόν εργαστηρίου: λίγες σταγόνες απ’ αυτό, λίγες από εκείνο και το ταλέντο του. Αποτέλεσμα; Ένα ναρκωτικό που δημιουργούσε εξαρτημένους. Και ακόμη τους δημιουργεί.

 

Η επιφυλλίδα δημιούργησε πολύ χαρτί για πέταμα, αλλά ο Δουμάς ήταν πάνω απ’ αυτό… Στη λογοτεχνία, ο χρόνος είναι ένα ναυάγιο όπου ο Θεός αναγνωρίζει τους πιστούς του. Σας προκαλώ να αναφέρετε μυθιστορηματικούς ήρωες που επιζούν όπως ο Ντ’ Αρντανιάν και οι σύντροφοί του, εκτός ίσως από τον Σέρλοκ Χολμς του Κόναν Ντόυλ… Ο κύκλος των Τριών Σωματοφυλάκων αποτελεί ένα μυθιστόρημα περιπέτειας αναμφισβήτητα μελοδραματικό. Θα του βρείτε όλες τις αμαρτίες του είδους του. Αλλά είναι επίσης ένα λαμπρό μυθιστόρημα, πολύ ψηλότερα από τα συνήθη επίπεδα του είδους του. Μια ιστορία φιλίας και περιπετειών που παραμένει ζωντανή παρά την αλλαγή των προτιμήσεων και την ανόητη απώλεια κύρους που υπέστη η δράση. Φαίνεται πως από τον Τζόυς και μετά θα πρέπει να βολευτούμε με τη Μόλλυ Μπλουμ και να απαρνηθούμε τη Ναυσικά μετά το ναυάγιο, σε μια παραλία… Αν πρόκειται για έναν Οδυσσέα, προτιμώ αυτόν του Ομήρου.


Η λέσχη «Δουμάς» ή Η σκιά του Ρισελιέ, Αρτούρο Πέρεθ-Ρεβέρτε 


 



Ο «Μεγάλος λαβύρινθος» είναι ένα από τα 45 βιβλία του συγγραφέα Φερνάντο Σαβατέρ, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κόμπλουτενθ της Μαδρίτης και ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το παιχνίδι «Στοιχειωμένο σπίτι» του λούνα παρκ της πόλης όπου ο Σαβατέρ έζησε τα παιδικά του χρόνια.

Ο Χάικο, ο Φίσκο, η Σάρα, ο Άρνο, ο κύριος Πανταλέων και ο παπαγάλος Σενέκας είναι οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου.

Τα τέσσερα παιδιά και ο κύριος Πανταλέων αντιμετωπίζουν κινδύνους και μπλέκουν σε περιπέτειες στην προσπάθειά τους να σώσουν τους συγγενείς τους, που κινδυνεύουν, εγκλωβισμένοι σε ένα στάδιο παρακολουθώντας έναν «ψυχοφάγο» ποδοσφαιρικό αγώνα.

Οι γονείς του Χάικο καθώς και αυτοί της Σάρας και του Άρνο και ο θείος του Φίσκο βρίσκονται σ’ αυτό το στάδιο πάνω από μια βδομάδα βλέποντας ανθρωπόμορφα τέρατα αντί για ποδοσφαιριστές να αγωνίζονται και να καταβροχθίζουν θεατές σε κάθε γκολ.

Τα παιδιά ανησυχούν από τη μακροχρόνια απουσία των δικών τους και πηγαίνουν στο στάδιο να τους αναζητήσουν. Εκεί καταλαβαίνουν ότι οι γονείς τους είναι τόσο απορροφημένοι από το παιχνίδι και δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που διατρέχουν.

Αποφασίζουν να τους σώσουν, όμως ανακαλύπτουν πως δεν μπορούν να ξεφύγουν, αφού οι πόρτες του σταδίου είναι σφραγισμένες. Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν βοηθούνται από μια ηλικιωμένη γυναίκα. Αυτή τους οδηγεί σε μια έξοδο και ταυτόχρονα τους δίνει ένα παζλ, το οποίο αν καταφέρουν να λύσουν θα μπορέσουν να ελευθερώσουν τους αγαπημένους τους.

Στο παζλ πρέπει να συμπληρωθούν οκτώ γράμματα.

Τα παιδιά καταφεύγουν στη βοήθεια του βιβλιοπώλη κυρίου Πανταλέων, που διατηρεί το βιβλιοπωλείο «Το πηγάδι και το εκκρεμές». Του εμπιστεύονται το πρόβλημά τους και αυτός μαζί με τον γκρινιάρη αδερφό του, Ιλαρίωνα και τον παπαγάλο Σενέκα, τους προσφέρει έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουν.

Στο βιβλιοπωλείο υπάρχει ένας μικρός θάλαμος ο «Λαβύρινθος των σειρήνων». Είναι μια μηχανή που μπορεί να ταξιδέψει τα παιδιά στα βιβλία ώστε να βρουν τα γράμματα του παζλ.

Στο θάλαμο του «βιβλιοχρόνου» τα παιδιά μπαίνουν εναλλάξ και ο Σενέκας τους λέει κάθε φορά ποιο γράμμα πρέπει να φέρουν.

Πηγαίνουν στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες ο οποίος τους βοηθάει να αντιμετωπίσουν δυο τεράστιους γίγαντες και τους προσφέρει τελικά το γράμμα Α.

Μπαίνουν στην «Εγκυκλοπαίδεια» των Ντιντερό και Ντ’ Αλαμπέρ, τη σώζουν από την καταστροφή και παίρνουν σε αντάλλαγμα το Λ.

Καταπολεμούν το δουλεμπόριο μαζί με τον Σεβάχ το Θαλασσινό στις «Χίλιες και μια νύχτες» και εξασφαλίζουν το Υ.

Γνωρίζουν τον άγριο Καίσαρα Βοργία και τις εκπληκτικές εφευρέσεις του Ντα Βίντσι και καταφέρνουν να βρουν το Ι.

Βρίσκονται στις στέπες της Μογγολίας με τον Κινέζο φιλόσοφο Λάο Τσε που τους μιλά για την ψυχή και ανακαλύπτουν το γράμμα Ε.

Γίνονται «ανίψια» του Όσκαρ Ουάιλντ και παρακολουθούν τον Σέρλοκ Χολμς να εξιχνιάζει μια ληστεία και έτσι αποκτούν το Ρ.

Στα κανάλια της Βενετίας βοηθούνται από τον έμπορο Σάιλοκ του Σέξπιρ να βρουν το Τ.

Και στην Πράγα ο φυλακισμένος από το καθεστώς φιλόσοφος Πατόσκα τους δίνει ένα ακόμα Ε.

Έχοντας όλα τα γράμματα προσπαθούν να λύσουν το παζλ και τότε η Σάρα καταλαβαίνει ότι η λέξη που ζητούν είναι ΛΕΥΤΕΡΙΑ.

Τα παιδιά έχουν λύσει το παζλ αλλά έχουν χάσει τον αγαπημένο τους κύριο Πανταλέων, αφού τον σκότωσαν οι «ψυχοφάγοι» μπαίνοντας στο βιβλιοπωλείο.

Μετά από πολλές καταδιώξεις από τους ¨ψυχοφάγους» η Σάρα με τον Άρνο φτάνουν στο στάδιο και χρησιμοποιώντας το παζλ απεγκλωβίζουν τους θεατές. Περιμένουν να τους δουν να βγαίνουν χαρούμενοι, αλλά εκείνοι δείχνουν μάλλον ενοχλημένοι από τη διακοπή του αγώνα.

Οι τέσσερις φίλοι συνειδητοποιούν ότι μέσα από όλα αυτά έχουν αποκτήσει γνώσεις, εμπειρίες, ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες και ότι ο αγώνας τους έγινε για να φτιάξουν «μια ψυχή δική τους, αποφασιστική και ευέλικτη, απρόσβλητη από προκαταλήψεις, ψευτοντροπές και αλαζονεία. Μια ψυχή αλληλέγγυα, μοναχική…»

 

Σωτήρης Σωτηρόπουλος

 



Το βιβλίο «90 κλασικά βιβλία» δεν έχει ένα μόνο συγκεκριμένο θέμα, αλλά παρουσιάζει τα πιο διάσημα μυθιστορήματα σε τέσσερα εικονογραφημένα τετράγωνα με τη μορφή κόμικ. Μας θυμίζει μ’ αυτό τον αστείο τρόπο βιβλία που έχουμε διαβάσει ή μας δίνει κάποιες πληροφορίες για βιβλία που σκοπεύουμε να αγοράσουμε.    Πέτρος Τατάζη



 


TΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

 

Συγγραφέας: Κάρλος Μαρία Ντομίνγκες

Εκδόσεις: Πατάκη

Μετάφραση: Λένα Φραγκοπούλου

Περίληψη

Τα βιβλία  μερικές φορές μπορεί να αποδειχθούν άκρως επικίνδυνα. Αυτό δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε κατά την διάρκεια της ημέρας ή μπορεί πολύ απλά να περνάει μπροστά από τα μάτια μας και εμείς πολύ εύκολα να το προσπερνάμε. Αυτό το μήνυμα προσπαθεί να μας περάσει και το συγκεκριμένο βιβλίο. Πώς μπορεί μια εγκεκριμένη καθηγήτρια της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας να βρίσκει ένα τόσο άδοξο και παράλογο τέλος από ένα βιβλίο; Τα βιβλία μπορούν να σου χαρίσουν απλόχερα ένα τέλος που ούτε καν μπορούσες να φανταστείς και αυτό αποδεικνύεται με πλουσιοπάροχα παραδείγματα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου. Λίγες μέρες μετά την κηδεία της Μπλούμα καταφτάνει στο γραφείο της ένα δέμα που θα αναστάτωνε και θα άλλαζε ριζικά ας πούμε την ζωή ενός από τους πρώην  εραστές της και βασικού συνεργάτη της στη δουλειά. Η περίεργη εμφάνιση του πακέτου μας οδηγεί σ’ ένα ταξίδι στον μαγικό κόσμο της ανάγνωσης με πολλές ανατροπές και διάφορες, αναπάντεχες γνωριμίες. Μέσα από αυτή την νουβέλα περιγράφεται ο πιο αλλόκοτος έρωτας μεταξύ ανθρώπων και βιβλίων.

Προσωπικό σχόλιο
« Είμαι τύπος που δεν συνηθίζει τα βιβλία με ρομάντζα και ιστορίες αγάπης. Αυτό συμπέρανα από την πρώτη μου επαφή με το βιβλίο. Έκανα ένα μεγάλο λάθος. Το βιβλίο αυτό συνδυάζει δύο πολύ αγαπημένα θέματα και προτιμήσεις μου σε βιβλία. Υπάρχει άφθονη ποικιλία βιβλίων που θα μπορούσα να διαβάσω μέσα από αυτό το αριστούργημα. Η προσωπική μου άποψη για τους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής δεν παύει να ισχύει, απλά αυτό το βιβλίο με βοήθησε να καταλάβω ότι όλοι οι συγγραφείς δεν έχουν τον ίδιο τρόπο σκέψης. Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται όλες τις ώρες της μέρας και σε οποιοδήποτε χώρο όμως πάντα με καθαρό μυαλό για να καταλάβει κανείς την πραγματική αξία του βιβλίου»

 

Το βιβλίο για το όποιο γίνεται όλη αυτή η φασαρία μέσα στο μυθιστόρημα είναι η «Γραμμή Σκιάς» του Τζόζεφ Κονραντ. Πρόκειται  για μια αυτοβιογραφία και το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέως. Περιγράφει την ιστορία ενός νεαρού ναυτικού, στο άνθος της ηλικίας ανάμεσα στη νιότη και την ωριμότητα, που παρατά την άνεσή του στο εξαιρετικό καράβι που υπηρετεί και αναλαμβάνει Καπετάνιος μόλις λίγες μέρες μετά σε ένα σκαρί με πολλά προβλήματα, που βρίσκεται ακυβέρνητο κάπου στην μέση του πουθενά. Η γραφή του Κόνραντ είναι ενδιαφέρουσα και αυτό κάνει το βιβλίο ευκολοδιάβαστο.

Κάτι άλλο αξιοσημείωτο είναι η επιθυμία του θύματος να κάνει κανό στο ποταμό Μακόντο. Κάτι που όπως αναφέρει της  δημιουργήθηκε μετά την ανάγνωση του βιβλίου «Εκατό Χρόνια Μοναξιά». Ήταν κάτι που ήθελε αρκετό ψάξιμο θεωρώ.
Ο συγγραφέας είναι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Ο συγγραφέας είναι βραβευμένος με το νόμπελ λογοτεχνίας το 1982. 

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου γίνεται αναφορά σε δύο ιδιαίτερα γνωστούς λατινοαμερικάνους συγγραφείς. Ο ένας είναι ο Jorge Luis Borges, Αργεντίνος συγγραφέας που θεωρείται μία από τις σημαντικότερες  λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα. Παρόλο που είναι πιο γνωστός για τα διηγήματά του (όπου κυριαρχεί το στοιχείο του φανταστικού), ο Μπόρχες ήταν επίσης δοκιμιογράφος, ποιητής και κριτικός.

Και ο δεύτερος είναι ο Adolfo Bioy Casares, ένας Αργεντινός συγγραφέας φαντασίας, δημοσιογράφος, μεταφραστής κτλ. Ήταν ένας φίλος και συχνά συνεργάτης με τον συμπατριώτη του Jorge Luis Borges, και έγραψε αυτό που πολλοί θεωρούν ένα από τα καλύτερα κομμάτια για φανταστικό μυθιστόρημα, νουβέλα Η εφεύρεση του Μορέλ.

 

Αυτό που με εξέπληξε πραγματικά από όλο το βιβλίο είναι αυτή η λεπτομερής περιγραφή της βιβλιοθήκης του ήρωα του βιβλίου. Αυτές οι αμέτρητες εκδόσεις βιβλίων και το συναίσθημα που δημιουργείται μόνο από το άκουσμα του τίτλου είναι κάτι το μοναδικό, ένα αίσθημα που μόνο πραγματικοί βιβλιοφάγοι θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν. Αυτό το πράγμα που νιώθει κάποιος όταν πάει να χαρίσει, να πετάξει, να δανείσει ή να πουλήσει ένα βιβλίο είναι ένα ράγισμα μες στην καρδιά. Όσο περίεργο και αν ακούγεται είναι αλήθεια, εξάλλου το λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας: «Συχνά είναι πιο δύσκολο να ξεφορτωθείς ένα βιβλίο παρά να το αποκτήσεις. Κολλάνε πάνω μας με ένα συμφωνητικό ανάγκης και λησμονιάς, σαν να ήταν μάρτυρες κάποιας στιγμής της ζωής μας που δεν θα ξαναζήσουμε».

Αφήνοντας αυτά, ας μιλήσουμε για τα είδη των βιβλίων που περιέχει αυτή η βιβλιοθήκη. Είναι αξιοπρόσεκτος και ο τρόπος που κρατάει τα βιβλία του και ας είναι βιβλία που δεν πρόκειται να του χρειαστούν ή να τα ξαναδιαβάσει.

 

Ποιά είναι η διαφορά μεταξύ βιβλιόφιλων;

Άλλο ένα ερώτημα που απαντάται στο βιβλίο και συγκεκριμένα στην αρχή του δευτέρου κεφαλαίου. Λοιπόν, από την μία πλευρά έχουμε τους βιβλιοσυλλέκτες, οι οποίοι έχουν ως βασική τους προτεραιότητα την συλλογή διαφόρων σπάνιων εκδόσεων, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και στο βιβλίο. Από την άλλη μεριά έχουμε και τους βιβλιοφάγους οι οποίοι είναι ικανοί να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να πάρουν στην κατοχή τους ένα βιβλίο. Είναι βιβλιόφιλοι με πάθος, που γίνονται ένα με το βιβλίο και θα μπορούσαν να πληρώσουν γιγαντιαία ποσά για μία σημαντική έκδοση.
 

3ο Κεφάλαιο

Επίσκεψη σε σπίτι! Ήρωας! προσωπικές σκέψεις! απορίες!

Δεν μπορώ να καταλάβω… ποιος άλλος θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Ποιος θα άντεχε να έχει τα βιβλία του τόσο ακατάστατα και απρόσεκτα τοποθετημένα μέσα στο σπίτι; Ποιος θα μπορούσε να κάθεται να τα βλέπει να πεθαίνουν αργά-αργά; Ποιος άλλος εκτός από αυτόν; Ναι, αυτόν  που ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και ο Θεός δεν ξέρει πόσες και ποιες εκδόσεις κατέληξε να έχει! Μα φυσικά και μιλάω  για τον κ. Μπράουερ! Για ποιόν άλλον νομίζατε; Ξέρετε πολλούς ανθρώπους να έχουν πάνω από 20.000 εκδόσεις βιβλίων και να μην το ξέρουν; Μα  φυσικά και όχι!

Κάτι εντυπωσιακό είναι ο συνδυασμός που κάνει αυτός ο άνθρωπος στους συγγραφείς των βιβλίων! Όπως αναφέρει έντονα στο βιβλίο, δεν θα μπορούσε ποτέ να βάλει στο ίδιο ράφι  δύο ή και περισσότερους συγγραφείς  που δεν ταιριάζουν  θεματικά, νεκρούς ή ζωντανούς, φίλους  ή εχθρούς! Του ήταν πιο εύκολο να αλλάξει θέση σε 100 εγκυκλοπαίδειες  παρά να βάλει στο ίδιο ύψος δύο συγγραφείς οι οποίοι είχαν τσακωθεί, μαλώσει, σκοτωθεί, πειραχθεί για κάτι που ένας θεός ξέρει αν θυμούνται  ακόμα και οι ίδιοι.

Περνώντας  αρκετά σοβαρά θέματα θα πάω σε κάτι  που δεν ξέρω για ποιο λόγο με πρόσβαλε, άλλα και θα πρόσβαλε τον κάθε βιβλιοφάγο. Όσο γοητευτικό και αν ακούγεται το να χρησιμοποιείς τα βιβλία με τέτοιο τρόπο όπως τα χρησιμοποιούσε εκείνος (βλ. σελ. 78) δεν είναι ανεχτό. Δεν μπορείς να πάρεις έτσι στα ξαφνικά ένα βιβλίο του Μπόρχες και να το κάνεις  «τούβλο» για το περβάζι ή ούτε να πάρεις ένα συλλεκτικό τόμο του Σαίξπηρ και να τον καταντήσεις τσιμεντοκονία. Είναι μεγάλη βαναυσότητα. Είναι βασικά σαν να θεωρείς τα βιβλία τούβλα τα οποία είναι πολύ καλά για τη βάση άλλα στο τέλος κανείς δεν ενδιαφέρεται για αυτά!

 

Τι θα μπορούσε να σημαίνει ο τίτλος «ΧΑΡΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ»;

Πολύ εύκολα όπως και από τα παραπάνω λόγια αλλά και από τις σελίδες 78-79 θα μπορούσε κανείς να καταλάβει τι σημαίνει ο τίτλος. Απλός, περιγραφικός αλλά και βαθυστόχαστος! Μπορεί να λειτουργεί βέβαια και λίγο ειρωνικά γιατί όπως αναφέρει και στο βιβλίο χρησιμοποιεί τα βιβλία του για να προστατευτεί! Αλλά από τι να προστατευτεί; Μήπως από τον έξω κόσμο ή τις κακοκαιρίες ή από το κρύο το χειμώνα και τη ζέστη το καλοκαίρι. Σημαντικά μέρη του σπιτιού του είναι ¨χτισμένα¨ από τα βιβλία άρα και ο τίτλος λειτουργεί ακριβώς ( σαν καρμπόν ένα πράγμα) με τον χαρακτήρα και τις σκέψεις ενός βασικού πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος.

 

Βιβλία τι , πώς, πού, από ποιόν και γιατί!

Τι απαιτείται άραγε για να γίνει ένα βιβλίο; Πόσοι χρειάζονται; Έχεις αναρωτηθεί ποτέ; Ήξερες εσύ ότι χρειάζονται πάνω από 10 άτομα για την αρχή της δημιουργίας  ενός βιβλίου. Ξέρεις πόσο κόπο χρειάζεται; Όχι μόνο για να φτιαχτεί ένα βιβλίο αλλά και για την διαδικασία που χρειάζεται ο συγγραφέας για να το  σκεφτεί.         Αχ και να’ ξέρες.…  Τυπογράφοι, σχεδιαστές, γραμματείς, δακτυλογράφοι, υπομνηματιστές, συγγραφείς και κλητήρες, τεχνίτες της μελάνης και βιβλιοδεσίας, εικονογράφοι, συγγραφείς προλεγομένων και λόγιοι κριτικοί της συλλογικής μνήμης. Το χαρτί δεν έπαυε ποτέ να μετακινείται από χέρι σε χέρι, να «ακούει», γνώμες, απόψεις, διαφωνίες, διαμάχες, αποφάσεις ακόμα και όταν ήταν έτοιμο να παραδοθεί στα χέρια του ανυπόμονου «ταξιδιώτη» ακόμα και τότε μπορούσε να «ακούσει» τις κριτικές, τα σχόλια του παράδοξου και επίμονου αναγνώστη.

 

~ Ένα βιβλίο γεμάτο πάνσοφα και διαχρονικά μηνύματα.

Αρκεί μόνο μια γρήγορη ματιά  στις μαγευτικές αυτές σελίδες του~

Βασιλική Φραγκούλη

ΤΕΛΟΣ


 

 


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΟΛΑΣΗ

Κάνοντας ερωτήσεις, δίνοντας απαντήσεις

 

Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές;

Πώς περιγράφονται οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών;

Οι πρωταγωνιστές του «Το βιβλίο κόλαση» είναι ένας πτεροφόρος δαίμονας βιβλιοθηκάριος κι ένας κοινός θνητός. Ο δαίμονας βιβλιοθηκάριος είναι ένας χαρακτήρας απαιτητικός. Σε κάθε κύκλο της κόλασης ειρωνεύεται τον θνητό βάζοντάς του δύσκολες δοκιμασίες. Μέσα από τις προσπάθειές του να εμποδίσει τον ήρωα να φτάσει στον παράδεισο, διακρίνουμε τον ζηλιάρη και κακό εαυτό του. Ο θνητός ήρωας είναι έξυπνος, πολυμήχανος και πάντα καταφέρνει να ξεφεύγει από τις παγίδες του δαίμονα.

 

Πού διαδραματίζεται η ιστορία;

Ποιες λεπτομέρειες του σκηνικού τονίζει ο συγγραφέας;

Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε μια μυστηριώδη αχανή βιβλιοθήκη. Ο συγγραφέας μας τονίζει ιδιαίτερα το πηγάδι που πρέπει ο πρωταγωνιστής να φτάσει στο τέλος του. Επίσης μας τονίζει την ύπαρξη πολλών διαφορετικών βιβλίων.

 

Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει ο κεντρικός ήρωας;

Με ποια αμαρτήματα έρχεται αντιμέτωπος;

Ο ήρωας έρχεται αντιμέτωπος με τα αμαρτήματα της λογοκλοπής, της βίας στα βιβλία, την ασωτία στις λέξεις και την τσιγκουνιά στις ιδέες, τη λαιμαργία, την οργή και τη λαγνεία.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο κεντρικός ήρωας είναι τα αμαρτήματα και οι μαθηματικοί γρίφοι που του βάζει να λύσει ο βιβλιοθηκάριος.

 

Τι απαντήσεις δίνει στα ερωτήματα που του γίνονται;

Περνάει τις δοκιμασίες και φτάνει στον προορισμό του;

Σε κάθε δοκιμασία ο ήρωας βρίσκει έναν ευφυέστατο και πρωτότυπο τρόπο για να την ξεπεράσει. Με την εξυπνάδα του καταφέρνει να φτάσει στον προορισμό του, τον παράδεισο.

 

Ο συγγραφέας καταφέρνει να βάλει τον αναγνώστη στη θέση του ήρωα;

Ποιες σκέψεις και συναισθήματα δημιουργεί η αφήγηση;

Ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να μπει στη θέση του ήρωα μέσα από τη λύση των γρίφων. Έτσι νιώθει ανάμικτα συναισθήματα, όπως την αγωνία και το φόβο της αποτυχίας, την ανακούφιση και την ικανοποίηση.

 

Είναι εύκολο να κατανοήσει ο αναγνώστης τον λόγο που ο πρωταγωνιστής περνάει αυτές τις δοκιμασίες;

Ανάλογα με την ηλικία του και την εμπειρία του με τα βιβλία μπορεί να κατανοήσει και να βρει απαντήσεις στα ερωτήματα που δημιουργεί η ανάγνωση του βιβλίου

 

Δήμητρα Νικολοπούλου



 


Ο Λάμπρος Πρίντζιος συγκέντρωσε χαρακτηριστικές φράσεις για τα βιβλία από τον "Μελανόκαρδο"

 

«Η Μέγκι χάιδεψε το δέσιμο όπως πάντα προτού ανοίξει ένα βιβλίο. Είχε δει και τον Μο να κάνει το ίδιο. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, γνώριζε αυτή την κίνηση- τον τρόπο που έπαιρνε ένα βιβλίο, χάιδευε το δέσιμο σχεδόν τρυφερά και μετά το άνοιγε λες και άνοιγε ένα κουτί ξεχειλισμένο με πολύτιμους θησαυρούς. Βέβαια, τα θαύματα που μπορεί να ελπίζει κανείς ίσως να μην περίμεναν στο εσωτερικό του και μετά να έκλεινε το βιβλίο ξανά, μετανιωμένος που δεν είχε κρατήσει την υπόσχεσή του, αλλά ο «Μελανόκαρδος» δεν ήταν τέτοιου είδους βιβλίο.» (σελ. 540)

 

«Όλα τα βιβλία θα πρέπει να αρχίζουν με όμορφα ψευδεξώφυλλα… Όταν ανοίγεις ένα βιβλίο, είναι σαν να πηγαίνεις στο θέατρο. Πρώτα αντικρίζεις την αυλαία. Έπειτα η αυλαία πέφτει και η παράσταση αρχίζει.» (σελ. 72)

 

«Οι σελίδες του θρόισαν γεμάτες υποσχέσεις, όταν το άνοιξε. Η Μέγκι πίστευε πως αυτό το πρώτο ψιθύρισμα διέφερε από βιβλίο σε βιβλίο, ανάλογα με το αν ήξερε ήδη την ιστορία που θα της διηγιόταν ή όχι.» (σελ. 14)

 

«Άφησε τα δάχτυλά της να τρέξουν στις γραμμές, πάνω στο άγριο μπεζ χαρτί, ενώ το βλέμμα της ακολουθούσε τα γράμματα σε ένα άλλο δροσερότερο μέρος, σε μια άλλη εποχή, σε ένα σπίτι χωρίς κλειδωμένες πόρτες και νεκροθάφτες.» (σελ. 393-394)

 

«Υπάρχει τίποτα καλύτερο στον κόσμο από τις γραμμένες λέξεις στη σελίδα; Μαγικά σύμβολα, οι φωνές των πεθαμένων, οικοδομήματα που χτίζουν κόσμους καλύτερους από αυτόν εδώ, παρηγορητές, σύντροφοι στις μοναχικές στιγμές. Θεματοφύλακες των μυστικών, ομιλητές της αλήθειας…» (σελ. 547)

 

«Μόνο στα βιβλία έβρισκες τη συμπόνια, την άνεση, την ευτυχία και την αγάπη. Τα βιβλία αγαπούσαν όποιον τα άνοιγε, του πρόσφεραν σιγουριά και φιλία και δεν ζητούσαν τίποτα σε αντάλλαγμα, ποτέ δεν τον εγκατέλειπαν, ποτέ, ακόμα κι αν τα κακομεταχειριζόταν. «Αγάπη, αλήθεια, ομορφιά, σοφία και παρηγοριά απέναντι στο θάνατο».» (σελ. 463)

 

«Κάποια βιβλία πρέπει να τα γευόμαστε, κάποια να τα καταπίνουμε, αλλά ελάχιστα μόνο θα πρέπει να τα μασάμε και να τα χωνεύουμε ολόκληρα.» (σελ. 20)

 

«Οι λέξεις δεν ζωντανεύουν αν δεν τις γεύεσαι με τη γλώσσα σου.» (σελ. 521)

 

«Να γεύεσαι κάθε λέξη, Μέγκι, της ψιθύριζε μέσα της η φωνή του Μο, να τη γεύεσαι με τη γλώσσα σου. Γεύεσαι τα χρώματα; Γεύεσαι τον άνεμο και τη νύχτα; Το φόβο και τη χαρά; Και την αγάπη. Να τα γεύεσαι, Μέγκι, και όλα θα ζωντανέψουν.»        (σελ. 547)

 

«Ίσως να υπάρχει κάποιο άλλο μεγαλύτερο παραμύθι πίσω από το τυπωμένο, ένα παραμύθι που αλλάζει ακριβώς όπως ο δικός μας κόσμος. Και τα γράμματα στη σελίδα μας αφηγούνται μόνο τόσα όσα θα κατασκοπεύαμε μέσα από μια κλειδαρότρυπα. Ίσως να είναι απλώς σαν το κουτί της Πανδώρας και περιέχει πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να διαβάσουμε.» (σελ. 168)

 

«Ο συγγραφέας μπορεί να θεωρηθεί τρία πράγματα: παραμυθάς, δάσκαλος και μάγος –αλλά ο μάγος, ο γητευτής, είναι το πιο ισχυρό.» (σελ. 568) 

 

Και επειδή στη λέσχη δεν διαβάζουμε μόνο, αλλά φτιάχνουμε και πράγματα με τα χέρια μας, ο Λάμπρος έφτιαξε μια μακέτα της βιβλιοθήκης της θείας Έλινορ, όπως την φαντάστηκε διαβάζοντας τις σελίδες του Μελανόκαρδου.

 


Στη φωτογραφία (της μακέτας) τα ράφια της βιβλιοθήκης γεμάτα βιβλία και ένα γραφείο με ανοιγμένο πάνω του ένα βιβλίο.


 

Πώς κατέληξε η βιβλιοθήκη μετά την καταστροφή που υπέστη από τους άνδρες του Αιγόκερω. Το γραφείο σπασμένο και οι σκισμένες σελίδες των πολύτιμων βιβλίων βρίσκονται στα άδεια ράφια και στο πάτωμα της διαλυμένης βιβλιοθήκης.

 



 


Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΖΟΡΑΝ ΖΙΒΚΟΒΙΤΣ


Ένα βιβλίο καταγγέλλει τα βάσανά του στα χέρια των ανθρώπων, τα οποία δεν θυμίζουν το θαύμα της γέννησής του. Ανοίγει την καρδιά του και εξιστορεί τις κωμικοτραγικές του περιπέτειες.

Ξεκινά με τη γέννησή του, την τελική του μορφή, τον πρώτο υποψήφιο αναγνώστη, τη χαρά του όταν συναντά αληθινούς βιβλιόφιλους αναγνώστες, την απογοήτευσή του στα χέρια αδιάφορων και απρόσεκτων ανθρώπων, το εμπόριο των βιβλίων, τον ψεύτικο κόσμο των εκδοτικών οίκων, τα βιβλιοπωλεία-σκλαβοπάζαρα, τα μέρη όπου συντελούνται οι βιβλιοκτονίες των ανεπιθύμητων έργων.

Στην τελευταία πρόταση προκύπτει το θέμα του τέλους των έντυπων  βιβλίων.

Ο αναγνώστης λοιπόν μένει με το αναπάντητο ερώτημα: «Όντως το βιβλίο πέθανε-ζήτω το Cd Rom?

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα βιβλία θα αποτελούν σύντομα είδος υπό εξαφάνιση και θα αντικατασταθούν από τα ηλεκτρονικά βιβλία.

Κατά τη γνώμη μου οι παραδοσιακοί αναγνώστες δεν θα μπουν καν σ’ αυτή την διαδικασία. Έχουν μάθει να διαβάζουν τα βιβλία τους με έναν συγκεκριμένο τρόπο και τους συγκινεί η όλη διαδικασία: η επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο, το ψάξιμο στα ράφια, η μυρωδιά του χαρτιού, το γύρισμα των σελίδων, η υπογράμμιση, οι σημειώσεις… Οι νέοι ωστόσο που αυτό το τελετουργικό δεν τους είναι τόσο οικείο, ενδεχομένως αποφασίσουν να διαβάσουν τα βιβλία που τους ενδιαφέρουν μέσω Η/Υ.

Πιστεύω πως το βιβλίο δεν είναι το ίδιο με το CD ή οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μέσο. Ο αναγνώστης αποκτά συναισθηματική σχέση με το βιβλίο του, και αυτό δεν είναι παρατραβηγμένο. Η βιβλιοθήκη στο σπίτι είναι μέρος αγαπημένο. Ποιο μικρό παιδί δεν έχει την ανάμνηση να σκαρφαλώνει το βράδυ προκειμένου να βρει το βιβλίο που θα του διαβάσει η μαμά του;

Όμως οφείλω να πω πως προκειμένου κάποιος να μην διαβάζει ποτέ, ας το κάνει τουλάχιστον με τον πιο ευχάριστο για εκείνον τρόπο.

Σοφία Φίλη


 

Άλαν Μπένετ

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ



«Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο!


…Αναρωτιέστε ποια είμαι. Είμαι λοιπόν η μεγαλειοτάτη και πλουσιοτάτη βασίλισσα της Αγγλίας, η Ελισάβετ. Θα ξεκινήσω την ιστορία από την αρχή. Ποτέ δεν ήξερα πως υπήρχε μια κινητή βιβλιοθήκη (ένα μικρό βαν, όχι τίποτα σπουδαίο) στο παλάτι μου. Όταν το πήρα είδηση, άρχισα να δανείζομαι βιβλία για να μη φανώ αγράμματη. Εκεί γνώρισα τον Νόρμαν, τον πιστό μου μάγειρα, που αργότερα άρχισε να μου προτείνει βιβλία. Από τότε άρχισε η λατρεία μου για τα βιβλία. Παντού και πάντοτε έπαιρνα ένα βιβλίο μαζί μου: στην άμαξα, στα ταξίδια (μια ολόκληρη βαλίτσα), ακόμα και στις συναντήσεις με το λογιστή μου.

Όλοι παραξενεύτηκαν με αυτή τη μεγάλη μου αλλαγή, μα μετά τους φάνηκε σαν να μπήκε στην καρδιά μου και δεν έβγαινε με τίποτα η αγάπη μου για τα βιβλία και έτσι το συνήθισαν. Μέχρι που ο σερ Κέβιν έδιωξε τον Νόρμαν από κοντά μου. Εγώ όμως δεν σταμάτησα το διάβασμα. Μέχρι που πήρα την μεγάλη απόφαση να γράψω η ίδια ένα βιβλίο. Το ανήγγειλα σε όλους τους δημοσιογράφους, τους φίλους και την οικογένειά μου. Η δεύτερη μεγάλη απόφασή μου είναι να εγκαταλείψω το βασίλειό μου για ένα βιβλίο. Δεν το έχω κάνει ακόμα, αλλά έρχεται η ώρα του…"

Αντονέτα Λέκαϊ



 


Δημήτρης Μαμαλούκας

Η ΧΑΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΟΣΤΡΑ


ΘΕΜΑ

Το βιβλίο μας μιλά για την περιπέτεια μιας ομάδας τεσσάρων ανθρώπων, οι οποίοι με καθοδηγητή το πάθος και την αφοσίωση στα βιβλία, προσπαθούν να βρουν μια δυσεύρετη και πολύτιμη βιβλιοθήκη.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Είναι ένα βιβλίο περιπετειώδες, γεμάτο αγωνία, ενθουσιασμό, αισιοδοξία και φυσικά πάθος για την απόκτηση καινούριων γνώσεων. Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως διαβάζοντάς το γευόμαστε συναισθήματα μίσους, εκδικητικότητας και αγωνίας για το αν θα μπορέσει ο πρωταγωνιστής να παραμείνει στη ζωή.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μέσα από το βιβλίο μαθαίνουμε πως τον 19ο αιώνα ο Δημήτριος Μόστρας, παθιασμένος βιβλιόφιλος, δημιουργεί μια σπάνια και μεγάλης αξίας βιβλιοθήκη, στα ράφια της οποίας τοποθετούνται βιβλία που χάνονται μέσα στο χρόνο. Ο ήρωάς μας, ο Νικόλας Μιλάνο, ένα ήσυχο και όχι τόσο κοινωνικό άτομο, καταφέρνει να ενωθεί με άλλους τρεις ανθρώπους, τον Γκαμπριέλ, την Μόνικ και τον Άλντο, παθιασμένους για τα βιβλία, που έρχονται αντιμέτωποι με ένα μεγάλο μυστήριο, την εύρεση της χαμένης βιβλιοθήκης. Φυσικά το ταξίδι για τον τελικό τους στόχο δεν είναι καθόλου εύκολο και μικρό. Αντιμετωπίζουν πολλούς κινδύνους και ανθρώπους γεμάτους δύναμη πλούτου και εξουσίας. Αναγκάζονται να κάνουν νέα ταξίδια και να συναντήσουν καινούριους ανθρώπους, ώστε να επωφεληθούν κερδίζοντας πληροφορίες. Τελικά η αποστολή τους ολοκληρώνεται με αρκετά άσχημο τρόπο, αφού ένα μέλος της ομάδας χάνεται, ενώ οι υπόλοιποι διαλύονται χωρίς καμιά ελπίδα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως ήταν μια περίεργη έρευνα που κατά κάποιο τρόπο δεν τους ωφέλησε αλλά και δεν τους έβλαψε.

Αγγελική Παναγοπούλου








Μίχαελ Έντε

ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ


O Μπάστιαν Μπάλταζαρ Μπρουξ, ένα μικρό αγόρι βρίσκεται, μια συνηθισμένη μέρα για όλους τους υπόλοιπους και άκρως παράξενη για τον ίδιο, κρυμμένος στη σοφίτα του σχολείου του και διαβάζει ένα βιβλίο. Έτσι αρχίζει το ταξίδι του μέσα στην Ονειροφαντασία. Το βιβλίο αυτό δεν το είχε ξαναδιαβάσει ο Μπάστιαν, αλλά ούτε είχε ακούσει και ποτέ κάποιον να μιλάει γι’ αυτό. Καθώς διαβάζει το βιβλίο μπαίνει και αυτός μέσα του, παίρνει μέρος στις ανατρεπτικές και παράξενες ιστορίες του βιβλίου και γίνεται και αυτός ένας ήρωας. Τον βλέπουμε να μην μπορεί να ξεχωρίσει αν αυτό που ζει είναι η πραγματικότητα ή ταξιδεύει μέσα σε ένα όνειρο, που δεν θέλει με τίποτα να τελειώσει. Έτσι βιώνει ευτυχισμένος και χαρούμενος αυτά που του συμβαίνουν. Γνωρίζει αρχικά μια χώρα όπου οι αυτοκράτορες δεν είναι ως συνήθως οι «μεγάλοι» αλλά την εξουσία έχουν τα παιδιά. Πάει σε πόλεις που υπάρχουν περίεργα πλάσματα, άλλα όμορφα και άλλα αηδιαστικά. Ζει εκεί που το καλό και το κακό ισορροπούν, οι όμορφοι και οι άσχημοι, οι μικροί και οι μεγάλοι δεν κάνουν διαχωρισμούς και ο θάνατος που είναι τόσο σκληρός έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τη γλυκιά ζωή. Του δίνεται η ευκαιρία να ζήσει σε χώρες όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν όρια και σε άλλες που κοντεύουν να καταστραφούν.

Μέσα από αυτό το μυθιστόρημα που μπορεί να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας με την ίδια ευκολία και τον ίδιο ενθουσιασμό, ο Μίχαελ Έντε δίνει σε κάθε πρόσωπο τη δική του οντότητα και το κάνει σύμβολο για τον αναγνώστη. Στο τέλος αυτής της εκπληκτικής ιστορίας που κάνει βουτιά στην φαντασία, επανερχόμαστε στον πραγματικό κόσμο. Το βιβλίο μας περνά μηνύματα για το καλό, την ομορφιά και πάνω από όλα για την αγάπη.

Μαρία Ηλιοπούλου

 





Μάρκους Ζούσακ

Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ


Την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στη Γερμανία, ένα νεαρό κορίτσι, η Λίζελ, έχει χάσει τους πραγματικούς της γονείς. Μια μέρα σε έναν χιονισμένο δρόμο, βρίσκει ένα βιβλίο με τίτλο «Το εγχειρίδιο του Νεκροθάφτη» και με αυτό πηγαίνει στα χέρια των θετών της γονιών. Η θετή μητέρα της είναι πολύ αυστηρή, ενώ ο πατέρας της τής έχει μεγάλη αδυναμία και της μαθαίνει ανάγνωση κάθε βράδυ στο υπόγειο. Από τότε θα αρχίσει να κλέβει διάφορα βιβλία, όπως βιβλία από τη βιβλιοθήκη του δημάρχου ή από αυτά που οι ναζί ρίχνουν στη φωτιά.

Το βιβλίο αυτό στην αρχή με δυσκόλεψε αρκετά και δεν μου άρεσε, αφού όμως συνέχισα να το διαβάζω και κατάλαβα την υπόθεση, μου φάνηκε πιο εύκολο.

Νεφέλη Καρβέλα.

 

Δείτε και το τρέιλερ της ταινίας

www.youtube.com/watch?v=pod6C6g81qc

 

Νεφέλη, διάβασε τι ανακάλυψε μια άλλη αναγνώστρια στο βιβλίο. Μήπως πρέπει να το διαβάσεις πιο προσεκτικά;

 

Μόλις έκλεισα την 612η σελίδα του μυθιστορήματος του Μάρκους Ζούσακ "Η κλέφτρα των βιβλίων" (Ψυχογιός, 2008, μετ. Κώστια Κοντολέων), αισθάνθηκα την ανάγκη να γυρίσω και να ξαναδιαβάσω τις πρώτες σελίδες. Ένιωθα ότι στην αρχή υπήρχε μια αοριστία, μια ασάφεια, που μόνο όταν τελειώσεις το μυθιστόρημα γίνεται πλήρως κατανοητή. Ένα μυθιστόρημα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία τόσο στην τεχνική όσο και στο περιεχόμενο, αν και το χρονικό περιβάλλον (Γερμανία Β΄ Παγκόσμιος) το έχουμε βιώσει σε πλήθος άλλων βιβλίων.

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο θάνατος, πράγμα που ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Μια ιδέα πρωτότυπη αλλά και συμβολική. Ποιος θα μπορούσε να είναι καταλληλότερος αφηγητής από τον παντεπόπτη θάνατο που εκείνη ειδικά την περίοδο ήταν πανταχού παρών, έβλεπε επομένως τα πάντα; Ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής ο θάνατος παρακολουθεί τις τύχες των χαρακτήρων του βιβλίου, μας τις αφηγείται, συχνά παρεμβαίνει με σχόλια. Δεν είναι όμως ο φοβερός και τρομερός με το δρεπάνι στο χέρι, όπως συνήθως τον φαντάζονται οι άνθρωποι. Ο θάνατος του Ζούσακ είναι ευαίσθητος, λυπάται γι' αυτούς που αναγκάζεται να μεταφέρει, συχνά τους παίρνει με θλίψη στοργικά στην αγκαλιά του. Λέει μετά το βομβαρδισμό της Κολονίας:"Πεντακόσιες ψυχές. Άλλες τις κουβάλησα με τα χέρια μου, σαν να κουβαλούσα βαλίτσες. Άλλες τις κουβάλησα στον ώμο μου. Μόνο τα παιδιά κουβαλούσα στην αγκαλιά μου". Κι έρχεται μια στγμή, όταν πρόκειται να κουβαλήσει τον Ρούντι Στάινερ, το πιο προσφιλές του από τα πρόσωπα του έργου, που κι αυτός ακόμα ο θάνατος κλαίει. "Κάτι παθαίνω μ' αυτό το αγόρι. Κάθε φορά που το βλέπω. Είναι η μοναδική αρνητική επίδρασή του πάνω μου. Με κάνει και κλαίω".

Ο παντογνώστης θάνατος γνωρίζει και τα μέλλοντα (που κατά τον Καβάφη "γνωρίζουν οι θεοί"). Αυτή του η ιδιότητα συμβάλλει σε μια άλλη πρωτοτυπία του Ζούσακ. Συχνά η πρόβλεψη προτρέχει των γεγονότων, με άλλα λόγια προλέγει αυτά που πρόκειται να συμβούν, αόριστα και υπαινικτικά, όμως αυτό καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ίσα-ίσα το εντείνει, θέλεις να διαβάσεις παρακάτω, να δεις πώς θα οδηγηθούν τα πράγματα ως εκεί που με υπαινιγμούς ο συγγραφέας-θάνατος άφησε να διαφανούν.

Κεντρική ηρωίδα του βιβλίου είναι η Λίζελ Μέμινγκερ, ένα δεκάχρονο κορίτσι το 1939, όταν αρχίζει το έργο. Στο ταξίδι για το Μόλχινγκ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα του Μονάχου, όπου πάει για να συναντήσει τους θετούς γονείς της, ο μικρός εξάχρονος αδελφός της πεθαίνει. Στο νεκροταφείο κλέβει το πρώτο της βιβλίο, "Το εγχειρίδιο του νεκροθάφτη", χωρίς να ξέρει ακόμη ανάγνωση. Είναι μια έμφυτη αγάπη για το βιβλίο, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και για το βιβλίο ως αντικείμενο, μια αγάπη που θα τη συνοδεύει σ' ολόκληρη τη ζωή της, όταν η ίδια θα γράψει ένα βιβλίο.

Η μικρή Λίζελ, μόνη πια, καταλήγει στην φτωχική οικογένεια των Χούμπερμαν. Σύντομα ένας δυνατός συναισθηματικός δεσμός δημιουργείται με τους θετούς γονείς. Η μητέρα, η Ρόζα, είναι μια δυναμική, φαινομενικά σκληρή γυναίκα, που κρύβει την αγάπη και την ευαισθησία της κάτω από τις υβριστικές προσφωνήσεις. Ο πατέρας, ο Χανς, συνδέεται ιδιαίτερα με το κοριτσάκι και τα βράδια, όταν εκείνη ξυπνάει από εφιάλτες, κατεβαίνουν στο υπόγειο και της μαθαίνει ανάγνωση από το πρώτο της κλεμμένο βιβλίο.

Ακολουθούν σκηνές από την ήσυχη ακόμα ζωή στη μικρή πόλη, γνωριμία με άλλα παιδιά, στενή φιλία της Λίζελ με τον Ρούντι, αυτόν που θα γίνει αχώριστος σύντροφός της στις περιπέτειές της, ενώ η οργάνωση της Χιτλερικής Νεολαίας, ο φανατισμός και η σκληρότητα των μελών της μας εισάγει σταδιακά στο κλίμα της εποχής. Μιας εποχής που, μεταξύ άλλων, διακρίνεται και για τις πυρκαγιές της, όπου καίνε ό,τι θεωρείται εβραϊκό ή ανατρεπτικό στο ναζιστικό καθεστώς. Από μια τέτοια πυρκαγιά η μικρή Λίζελ σώζει και κλέβει, με κίνδυνο της ζωής της, ένα δεύτερο βιβλίο.

Η κλοπή των βιβλίων θα γίνει σχεδόν εθισμός, όταν, βοηθώντας τη μητέρα της που ξενοπλένει, η Λίζελ μεταφέρει τα πλυμένα και σιδερωμένα ρούχα στο σπίτι του δημάρχου κι εκεί βλέπει τη βιβλιοθήκη. Η έκπληξη και η χαρά της δεν περιγράφονται "Υπήρχαν βιβλία παντού! Ράφια φίσκα στα βιβλία στόλιζαν τους τοίχους από πάνω ως κάτω. Ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσεις το χρώμα των τοίχων. Υπήρχαν βιβλία όλων των ειδών και των μεγεθών, μαύρα, κόκκινα, γκρίζα, βιβλία σε όλες τις αποχρώσεις, με περίτεχνα γράμματα στις ράχες τους. Δεν είχε δει πιο όμορφο πράγμα στη ζωή της η Λίζελ Μέμινγκερ. (...) Διέτρεξε με την ανάστροφη του χεριού της το πρώτο ράφι σε όλο του το μήκος, ακούγοντας το σούρσιμο των χεριών της να γλιστράει στη ράχη κάθε βιβλίου σαν μουσικό όργανο. Χρησιμοποίησε και τα δυο της χέρια. Αγγίζοντας το ένα ράφι μετά το άλλο. Και ύστερα γέλασε. Η φωνή της ανέβηκε τσιριχτή στο λαιμό της, και όταν σταδιακά σταμάτησε να γελάει και στάθηκε στη μέση του δωματίου, πέρασε πολλά λεπτά κοιτάζοντας πότε τα ράφια και πότε τα δάχτυλά της".

Η κυρία δημάρχου, μια θλιμμένη γυναίκα που είχε χάσει το γιο της στον πόλεμο, αφήνει τη μικρή να κάθεται στη βιβλιοθήκη και να διαβάζει. Όμως ο πειρασμός είναι μεγάλος. Με τη βοήθεια του Ρούντι η Λίζελ αρχίζει να μπαίνει κρυφά από το ανοιχτό παράθυρο της βιβλιοθήκης και να κλέβει βιβλία (παράθυρο που θα αποδειχτεί πως ξεπίτηδες αφηνόταν ανοιχτό!).

Μια μέρα στο σπίτι των Χούμπερμαν φτάνει ο Μαξ Φάντεμπουργκ, κρατώντας για καμουφλάζ το Mein Kampf. Είναι Εβραίος, γιος ενός παλιού συμπολεμιστή του Χανς στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που είχε σώσει τότε τη ζωή του Χανς. Έτσι τώρα αυτός το ανταποδίδει κρύβοντας τον Μαξ. Τα βιβλία θα ενώσουν τη Λίζελ και με τον Μαξ, που θα μείνει για δυο χρόνια κρυμμένος στο υπόγειο.

Η αγάπη για τα βιβλία μπλέκεται μέσα στο μυθιστόρημα με την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Είναι ο πόλεμος, οι βομβαρδισμοί, είναι οι νέοι που χάνονται, είναι οι πατέρες που επιστρατεύονται, είναι η πείνα και οι διωγμοί των Εβραίων. Καθίσταται επομένως αφάνταστα δύσκολη η παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου. Πώς να μιλήσεις για ένα βιβλίο, χωρίς να το προδώσεις, που πλάι στη φρίκη του πολέμου τοποθετεί την ευαισθησία του θανάτου; Που πλάι στην πείνα και τους βομβαρδισμούς βάζει την αγάπη για τα βιβλία; Που πλάι στη φιλοσοφική σκέψη ρίχνει όμορφες ποιητικές εικόνες;

Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο που χωρίς μεγαλόφωνα κηρύγματα υποβάλλει την αγάπη για τα βιβλία, την ειρήνη, τον άνθρωπο.

https://anagnostria.blogspot.gr/2009/10/blog-post.html



 



Δημήτρης Φύσσας

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ


Η Βάλια εργάζεται σε μια εταιρία, αλλά δεν είναι πολύ ευχαριστημένη από τη δουλειά της και ψάχνει στις μικρές αγγελίες των εφημερίδων για μια καλύτερη απασχόληση. Όταν βλέπει μια αγγελία που ζητά αναγνώστη λογοτεχνίας, αποφασίζει να πάει. Στη βίλα περνάει από οντισιόν από τη Λόρα, μια γυναίκα που είχε χάσει την όρασή της σε ένα ατύχημα στο Λονδίνο. Μετά από λίγες μέρες, ο Ρόμπερτ, ο βοηθός της Λόρα, ειδοποιεί την Βάλια ότι έγινε δεκτή στη δουλειά. Την επόμενη μέρα η νέα οδηγείται στη βίλα και γνωρίζει και το υπόλοιπο προσωπικό. Γρήγορα με την εργοδότριά της περνάνε στην ανάγνωση. Στη Λόρα ανοίγεται ο θαυμαστός κόσμος της λογοτεχνίας, που την μαγεύει και αποφασίζει να εγκαταλείψει την παλιά της δουλειά για να αφοσιωθεί στη νέα της θέση και να έχει ελεύθερο χρόνο για την καινούρια της αγάπη, τα βιβλία. Απορεί γιατί της απαγορεύεται να πλησιάσει τη βίλα τις δύο τελευταίες μέρες της εβδομάδας και μετά από παρακολούθηση, ανακαλύπτει πως υπάρχει ένας άλλος αναγνώστης του Σαββατοκύριακου…

Θανάσης Γκοτσόπουλος

 

Και ο ίδιος ο συγγραφέας συμπληρώνει:

Ταυτόχρονα, ποικίλα ζητήματα σχετικά με το γράψιμο, τη γραφή και τη λογοτεχνία συζητιούνται μέσα στις σελίδες τού Αναγνώστη: τα κίνητρα της συγγραφής, το σάλιωμα των δάχτυλων κατά το γύρισμα των σελίδων, η (α)συνέπεια του συγγραφέα σε σχέση με το κείμενό του, οι λέσχες ανάγνωσης, η σχέση λογοτεχνίας και πραγματικότητας, η γυναικεία λογοτεχνία (σε αντίθεση με τη λογοτεχνία τη γραμμένη από γυναίκες), το νουάρ, τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, η (μη) αξία της προφορικής ανάγνωσης, η σύγκριση πεζογραφίας - ποίησης, το πολυτονικό, τα λογοτεχνικά βραβεία, η «επαφή» του συγγραφέα με τους ήρωές του, οι παρουσιάσεις βιβλίων, οι «εποχές» της ελληνικής γλώσσας, η σχέση λογοτεχνίας - κινηματογράφου, η (μη) τεκνοποιία των ποιητών, ο ρόλος των (παλαιο)βιβλιοπωλείων, το διάβασμα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, η επανάχρηση λογοτεχνικών ηρώων από μεταγενέστερους συγγραφείς κ.λπ. κ.λπ.

Αφού αντικείμενο του βιβλίου είναι η ίδια η λογοτεχνία, «ακούμε» κι εμείς, μαζί με την τυφλή Λόρα, αποσπάσματα από δέκα σπουδαία βιβλία (Η πανούκλα του Καμί, Στοιχεία για τη δεκαετία του '60 του Βαλτινού, Το τούνελ του Σάμπατο, Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, Ποιήματα του Καρυωτάκη, Μπελ Αμί του Ντε Μοπασάν, Οι πράκτορες του χάους του Σπίνραντ, Ποιήματα του Καβάφη, Η μικρή αδερφή του Τσάντλερ και Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή), ενώ συζήτηση γίνεται για πολλούς άλλους συγγραφείς (π.χ. Βασιλικός, Πόε, Αλεξάνδρου, Ντικ, Χάκκας, Κάφκα, Ροθ, Τσίρκας, Δούκα, Τσέχοφ, Μητσάκης, Μέλβιλ, Εκο, Βερν) καθώς και για επιλεγμένες ταινίες και σκηνοθέτες. Έχω κι ένα μότο από τον Χάκλμπερι Φιν του Μαρκ Τουέιν.



 

Τζάσπερ Φορντ

«Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΖΕΗΝ ΕΥΡ"



Η ηρωίδα μας Πέμπτη Επόμενη (Page Turner) ζει σε έναν περίεργο κόσμο όπου πολλά παράξενα πράγματα μπορούν να συμβούν π.χ. ταξίδι στο χρόνο. Εργάζεται ως υπάλληλος στην αστυνομία, στο τμήμα των Λογοτεχνικών (είναι υπεύθυνοι για τα αδικήματα που έχουν σχέση με τα βιβλία). Όλα κυλούν ήσυχα στη ζωή της , ώσπου μια μέρα έρχεται αντιμέτωπη με τον πιο αδίστακτο και επικίνδυνο εγκληματία. Έναν άντρα με υπερφυσικές δυνάμεις που απειλεί να σκοτώσει την ηρωίδα ενός κλασικού μυθιστορήματος, την Τζέην Έυρ. Κι αυτό σκοπεύει να το κάνει χρησιμοποιώντας μια μηχανή που επιτρέπει σ’ αυτόν που την έχει να «μπει» στον κόσμο του βιβλίου που επιθυμεί.

Η Πέμπτη Επόμενη, λοιπόν, μετά από πολλά καταφέρνει να τον βρει και να τον σκοτώσει, σώζοντας την αγαπημένη λογοτεχνική ηρωίδα διατηρώντας το χαρούμενο τέλος στο κλασικό μυθιστόρημα.

Μαρία Πρίντζιου



 

Φρόιντ Βίλαρντ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΛΙΖΑΣ



Ποια είναι τα δύο παράξενα αγόρια που εμφανίζονται ξαφνικά στη δημοτική βιβλιοθήκη; Γιατί ενδιαφέρονται τόσο για το μυστηριώδες βιβλίο που γράφει ο βιβλιοθηκάριος, ο κύριος Μπίρνμπιχλερ; Προτού προλάβει η Λίζα να βρει την απάντηση, το βιβλίο εξαφανίζεται και η ίδια βρίσκεται, μαζί με τον Τομ Σόγιερ και το Χάκλμπερι Φιν σε μια φανταστική περιπέτεια στο Ηνωμένο Βασίλειο της Επινόησης.
Ο Ροβινσόνας Κρούσος, ο πλοίαρχος Νέμο, το τέρας του Φρανκεστάιν, ο Δον Κιχότης μα και ο Σκρουτζ αναζητούν το Βιβλίο της Λίζας, το βιβλίο δηλαδή που γράφει ο Μπίρνμπιχλερ και που ηρωίδα δεν είναι άλλη... από τη Λίζα.
Όμως το ίδιο βιβλίο θέλουν να βάλουν στο χέρι και ο καπετάν Αχάμπ και οι φοβεροί Πίθηκοι του Μελανοδοχείου.

Ένα συναρπαστικό, περιπετειώδες μυθιστόρημα, και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στον κόσμο της παγκόσμιας κλασικής λογοτεχνίας. Γνωστοί, αγαπημένοι ήρωες εμφανίζονται σε διαφορετικούς ρόλους που σέβονται ωστόσο τους χαρακτήρες που έπλασαν οι δημιουργοί τους, και μας διασκεδάζουν. Κι αν δεν έτυχε να τους συναντήσουμε ποτέ, σίγουρα θα μας κινήσουν το ενδιαφέρον να τους γνωρίσουμε.

Το βιβλίο διάβασε ο Δημήτρης Κουφόπουλος



 

Κρις Γκραμπενστάιν

Απόδραση από τη βιβλιοθήκη του κύριου Λιμοντσέλο




Απολύτως κινηματογραφικό και συγχρόνως καλογραμμένο και καθηλωτικό το βιβλίο του Κρις Γκραμπεστάιν “Απόδραση από τη Βιβλιοθήκη του Κυρίου Λιμοντσέλο”. Αυτό που καθιστά το βιβλίο αυτό ξεχωριστό δεν είναι οι ήρωες, τα δώδεκα δωδεκάχρονα παιδιά, ούτε καν ο εκκεντρικός κατασκευαστής παιχνιδιών, κύριος Λιμοντσέλο με την ιδιόρρυθμη γραμματέα του Δρ Ζιντσένκο που “συμπρωταγωνιστούν” στις σελίδες του βιβλίου. Είναι ο τόπος όπου διαδραματίζεται η ιστορία, μια μοναδική βιβλιοθήκη και το παιχνίδι διαφυγής που στήνεται με πιόνια τα παιδιά. Αλλά ας ξετυλίξουμε το νήμα της ιστορίας από την αρχή. Η καινούρια δημόσια βιβλιοθήκη της μικρής πόλης όπου ζούσε ο Κάιλ με τα αδέρφια του, ήταν δωρεά του κατασκευαστή παιχνιδιών Λουίτζι Λιμοντσέλο και ήταν πραγματικά φαντασμαγορική! Χρυσοί τρούλοι, μάρμαρα, συντριβάνια, αίθουσες με  άπειρα βιβλία φυσικά, αλλά και υπολογιστές, ολογράμματα να ξεπετάγονται δίνοντας πληροφορίες για τα βιβλία και τη βιβλιοθήκη ήταν μερικά μόνο από τα στοιχεία που έκαναν αυτό το κτήριο μοναδικό. Η απουσία παραθύρων ήταν σκόπιμη και περιέχει τον αυτονόητο συμβολισμό: “Μια βιβλιοθήκη δεν χρειάζεται παράθυρα. Τα βιβλία είναι παράθυρα σε κόσμους που δε θα βλέπαμε ούτε στα όνειρά μας”. Το ίδιο ισχύει και για την πόρτα θησαυροφυλακίου, η οποία τοποθετήθηκε για να μας θυμίζει ότι οι σκέψεις μας είναι ασφαλείς όταν βρίσκονται σε μια βιβλιοθήκη. Η μοναδική ευκαιρία που δίνεται στα δώδεκα παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Κάιλ, να διανυκτερεύσουν σε αυτόν τον χώρο πριν καν γίνουν τα εγκαίνιά του, φαντάζει απίστευτη τύχη! Για την έξοδό τους από εκεί όμως, τα παιδιά θα χρειαστούν ακόμα περισσότερη τύχη, εξυπνάδα, γνώσεις και κυρίως συνεργατικό πνεύμα. Γιατί είναι γνωστό ότι “γνώση που δεν μοιράζεται μένει άγνωστη”.

Το βιβλίο διάβασε ο Φίλιππος Μαυραγάνης


 

Paul Desalmand
Ένα βιβλίο για πέταμα



To μυθιστόρημα του Desalmand θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ένα απολαυστικό βιβλιοφιλικό ανάγνωσμα. Πρόκειται για την εικοσάχρονη ιστορία ενός βιβλίου που στο πρώτο μόλις κεφάλαιο μας συστήνεται: Γεννήθηκα στις 17 Ιουνίου του 1983, ώρα τέσσερις και τριάντα επτά λεπτά, στο τυπογραφείο «Η Διακίνηση» στην πόλη Μαγιέν. Η πορεία του από εκεί και πέρα κρύβει πολλή περιπέτεια, πολλές εκπλήξεις, ανατροπές και λαχτάρες. Το βιβλίο-ήρωας θα αγαπηθεί από βιβλιοπώλες και αναγνώστες, θα αγαπήσει με τη σειρά του και θα ερωτευτεί μια ομορφούλα αναγνώστρια του και θα συνομιλήσει στα ράφια βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών με βιβλία των Μαλρώ, Μοριάκ, Ντοστογιέφσκι, Μαλαρμέ, Τολστόι, Μπόρχες. Απολαυστικές αυτές οι συζητήσεις και ιδιαίτερα αποκαλυπτικές εάν τα βιβλία μπορούσαν να μιλήσουν.

 Στο Ένα Βιβλίο για Πέταμα ο 70χρόνος συγγραφέας μεταμορφώνει ένα βιβλίο σε άνθρωπο, αφήνοντας το να μας αυτοβιογραφηθεί και να μας εξιστορήσει τις περιπέτειες του. Αυτές έχουν αφετηρία τη Γαλλία και θα συνεχιστούν στο Ιράν όπου θα κινδυνέψει το βιβλίο μας να ριχτεί στην πυρά, για να καταλήξει στο τελευταίο του ταξίδι σε μια χώρα της Αφρικανικής ηπείρου. Το βιβλίο τουDesalmand θίγει πολλά θέματα γύρω από τον χώρο του βιβλίου με έναν παιγνιώδη και απολαυστικό τρόπο. Αποτελεί ταυτόχρονα μια σάτιρα του εκδοτικού χώρου, ένα στοχασμό πάνω στην γραφή και την ανάγνωση ισορροπώντας ιδανικά κάπου μεταξύ μυθοπλασίας και δοκιμίου. Σε κάποιο σημείο του κειμένου ομολογεί το βιβλίο-ήρωας: Ότι κι αν μου συμβεί, θεωρώ πως τα κατάφερα στη ζωή μου επειδή διαβάστηκα. Και πράγματι το γοητευτικό βιβλίο του Desalmand διαβάζεται πολύ, πολύ ευχάριστα.

Το βιβλίο διάβασε η Κατερίνα Δρόλια 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου