Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει το βιβλίο του μήνα

«Σε καιρούς σκοτεινούς, πάντα υπήρξαν καλοί άνθρωποι που, με οδηγό τη Λογική, μόχθησαν να φέρουν στους συμπατριώτες τους τον διαφωτισμό και την πρόοδο.
Και δεν ήταν λίγοι όσοι πάσχιζαν να τους εμποδίσουν».
Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν δύο μέλη της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, ο βιβλιοθηκάριος δον Ερμογένης Μολίνα και ο ναύαρχος δον Πέδρο Θάρατε, επιφορτίστηκαν από τους συναδέλφους τους να ταξιδέψουν στο Παρίσι για να αποκτήσουν με τρόπο σχεδόν μυστικό τους 28 τόμους της Encyclopedie του Ντ’ Αλαμπέρ και του Ντιντερό, που στην Ισπανία ήταν απαγορευμένη, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι οι δύο ακαδημαϊκοί θα αντιμετώπιζαν μια επικίνδυνη αλληλουχία μηχανορραφιών, ένα ταξίδι όλο αβεβαιότητες και τρομάρες, που θα τους οδηγούσε, μέσα από δρόμους γεμάτους ληστές και άβολες λοκάντες και πανδοχεία, από την πεφωτισμένη Μαδρίτη του Καρόλου Γ΄ στο Παρίσι των καφέ, των σαλονιών, των φιλοσοφικών κύκλων συζήτησης, της ελευθεριάζουσας ζωής και των πολιτικών αναταραχών τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και χαρακτήρες, τεκμηριωμένο με μεγάλη σχολαστικότητα, συγκινητικό και σαγηνευτικό σε κάθε του σελίδα, το Καλοί άνθρωποι, σε σκοτεινούς καιρούς αφηγείται την ηρωική περιπέτεια εκείνων που, με οδηγό τους τα φώτα της Λογικής, θέλησαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με βιβλία, τότε που το μέλλον έσπρωχνε τις παλιές ιδέες στο περιθώριο και το άγχος της ελευθερίας έκανε εδραιωμένους θρόνους και κόσμους να παραπαίουν.
Το παρακάτω απόσπασμα που αποτελεί και την εισαγωγή του βιβλίου μας βάζει στο εργαστήρι του συγγραφέα. Σε πολλά σημεία του βιβλίου ο Ρεβέρτε γράφει για την έρευνα που έκανε και πώς αξιοποίησε λογοτεχνικά τις πηγές του.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΣ μια μονομαχία με το φως της αυγής στο Παρίσι των τελευταίων χρόνων του 18ου αιώνα. Φτάνει να έχεις διαβάσει κάμποσα βιβλία και να έχεις δει μερικές ταινίες. Να την περιγράψεις γραπτώς είναι πιο περίπλοκο. Και να τη χρησιμοποιήσεις για να ξεκινήσεις ένα μυθιστόρημα ενέχει τους κινδύνους του. Το ζητούμενο είναι να πετύχεις να δει ο αναγνώστης όσα βλέπει, ή φαντάζεται, ο συγγραφέας. Να μεταμορφωθείς σε μάτια ξένα, στα μάτια του αναγνώστη, και να εξαφανιστείς διακριτικά έτσι ώστε να είναι ο ίδιος εκείνος που θα αναμετρηθεί με την ιστορία που του διηγούνται. Η ιστορία τούτων εδώ των σελίδων χρειάζεται ένα λιβάδι σκεπασμένο από την πρωινή πάχνη κι ένα φως διάχυτο, γκριζωπό, για το οποίο θα ήταν χρήσιμο να καταφύγουμε σε μια ελαφριά ομίχλη, όχι πολύ πυκνή, σαν εκείνες που ξεφύτρωναν συχνά στα δάση στα περίχωρα της γαλλικής πρωτεύουσας –πολλά από τα δασύλλια εκείνα έχουν σήμερα εξαφανιστεί ή έχουν ενσωματωθεί σ’ αυτήν– με το πρώτο φως της μέρας. Η σκηνή χρειάζεται επίσης κάποια πρόσωπα. Στο αβέβαιο φως του ήλιου που δεν ανατέλλει ακόμα πρέπει να δια- κρίνονται, κάπως ξεθωριασμένες μέσα στην αχλή, οι μορφές δύο ανθρώπων. Κάπως πιο αποτραβημένες, κάτω από τα δέντρα, κοντά σε τρεις ιππήλατες άμαξες σταματημένες εκεί, υπάρχουν κι άλλες ανθρώπινες μορφές, αντρικές, τυλιγμένες σε κάπες, με τρίκοχα καπέλα τραβηγμένα χαμηλά μέχρι τον γιακά της κάπας. Είναι μισή ντουζίνα, αλλά δεν επηρεάζουν την κυρίως σκηνή· μπορούμε επομένως προς στιγμήν να τις αγνοήσουμε. Αυτό που πρέπει να προσελκύσει την προσοχή μας είναι δύο ακίνητοι άντρες ο ένας απέναντι στον άλλο, όρθιοι πάνω στο μουσκεμένο χορτάρι του λιβαδιού. Φορούν στενές περισκελίδες και πουκάμισο χωρίς σακάκι. Ο ένας είναι αδύνατος, μάλλον ψηλός για την εποχή του, με γκρίζα μαλλιά μαζεμένα σε μια κοντή αλογοουρά στον αυχένα του. Ο άλλος είναι μετρίου αναστήματος και τα μαλλιά του είναι σγουρά στους κροτάφους, πουδραρισμένα κατά την πιο εκλεπτυσμένη μόδα της εποχής του. Κανείς από τους δύο δε μοιάζει νέος, αν και είμαστε σε μεγάλη απόσταση για να το εκτιμήσουμε. Ας τους πλησιάσουμε λιγάκι επομένως. Ας τους παρατηρήσουμε καλύτερα. Αυτό που κρατούν στα χέρια τους, και οι δύο, είναι σπαθί. Ή σπαθί που μοιάζει με ξίφος άσκησης, αν προσέξουμε τις λεπτομέρειες. Τα πράγματα επομένως μοιάζουν σοβαρά. Δυσοίωνα. Οι δύο άντρες στέκονται σε απόσταση τριών βημάτων ο ένας από τον άλλο, ακίνητοι ακόμα, και κοιτάζονται προσεκτικά. Σχεδόν σκεφτικά. Ίσως επικεντρωμένοι σ’ αυτό που πρόκειται να συμβεί. Τα μπράτσα τους κρέμονται κατά μήκος του σώματος και οι μύτες των λεπίδων αγγίζουν το κρυσταλλιασμένο χορτάρι στο χώμα. Ο πιο κοντός, που από κοντά μοιάζει και πιο νέος, έχει έκφραση υπεροπτική, ίσως θεατρικά περιφρονητική. Θα έλεγε κανείς πως, παρότι μελετάει τον αντίπαλό του, φροντίζει να δείχνει ατάραχος σε όσους κοιτάζουν από τις παρυφές του λιβαδιού. Ο άλλος, πιο ψηλός και μεγαλύτερης ηλικίας, έχει γαλάζια μάτια υγρά και μελαγχολικά, που μοιάζουν επηρεασμένα από την υγρασία του περιβάλλοντος. Εκ πρώτης όψεως τα μάτια αυτά δείχνουν να ατενίζουν τον άντρα που έχουν μπροστά τους, αν όμως τα προσέξουμε καλά θα αντιληφθούμε πως δεν είναι έτσι. Στην πραγματικότητα είναι απορροφημένα ή αφηρημένα. Απόντα. Ίσως, αν αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος που έχουν μπροστά τους άλλαζε θέση, τα μάτια αυτά να συνέχιζαν να κοιτάζουν προς το ίδιο σημείο, αδιαφορώντας για τα πάντα, με την προσοχή στραμμένη σε εικόνες μακρινές που μόνο αυτά γνωρίζουν. Από την ομάδα που έχει συγκεντρωθεί κάτω από τα δέντρα έρχεται μια φωνή και οι δύο άντρες που στέκονται στο λιβάδι σηκώνουν αργά τα ξιφίδια. Ανταλλάσσουν σύντομο χαιρετισμό, ο ένας σηκώνοντας τον φυλακτήρα στο ύψος του πιγουνιού, και μετά παίρνουν θέση φύλαξης. Ο πιο κοντός ακουμπάει το ελεύθερο χέρι του στον γοφό, υιοθετώντας μια κομψότατη στάση ξιφομαχίας. Ο άλλος, ο ψηλός άντρας με τα υγρά μάτια και την κοντή γκρίζα αλογοουρά, τεντώνει το όπλο και σηκώνει το άλλο χέρι, σχηματίζοντας σχεδόν ορθή γωνία με τον βραχίονα και τον πήχη, με τα δάχτυλα, χαλαρά, να πέφτουν ελαφρά προς τα εμπρός. Οι λεπίδες, αγγίζοντας πρώτη φορά ανεπαίσθητα η μια την άλλη, αφήνουν έναν σιγανό μεταλλικό ήχο που ακούγεται πεντακάθαρος, αργυρόηχος, στον ψυχρό αυγινό αέρα. Ας συνεχίσουμε να γράφουμε τώρα. Ας διηγηθούμε την ιστορία. Ας μάθουμε τι οδήγησε τα πρόσωπα αυτά μέχρις εδώ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου