Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

25η Μαρτίου και δημιουργική γραφή

 

25η Μαρτίου

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Λέσχης Ανάγνωσης οργάνωσαν και παρουσίασαν την εθνική γιορτή στη σχολική μας κοινότητα με σατιρικό σκετς αλλά και φανταστικούς μονολόγους των ηρώων και ηρωίδων του ’21 που οι ίδιοι είχαν συγγράψει στο πλαίσιο άσκησης δημιουργικής γραφής

 

«Το όνομά της;»  από τη Μαρία Πρίντζιου

 

Μια γυναίκα κάθεται σε μια ακτή της Πάρου αναπολώντας… Είναι σκελετωμένη και τα ρούχα της μαρτυρούν τη μεγάλη φτώχεια της, ενώ στο πρόωρα γερασμένο πρόσωπό της έχουν αποτυπωθεί οι κακουχίες των τελευταίων χρόνων της ζωής της. Κάθεται, λοιπόν, και αναπολεί όλα όσα έχει περάσει.

Θυμάται τις μέρες που ζούσε ξένοιαστη στην Τεργέστη με όλες τις ανέσεις που τις παρείχε ο πατέρας της, που ήταν Έλληνας μεγαλέμπορος. Και έπειτα έφτασε στην Ελλάδα, στην Τήνο. Όταν ξέσπασε η επανάσταση δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Θέλοντας να βοηθήσει την πατρίδα της, πήγε στη Μύκονο. Και από εκεί ξεκίνησε όλη η δράση της αγοράζοντας με δικά της έξοδα  εξοπλισμό και πλοία και συγκροτώντας πολεμικό σώμα. Και δεν επαναπαύτηκε σε αυτό, αλλά συμμετείχε και η ίδια, πιάνοντας τα όπλα σε πολλές μάχες κατά των Οθωμανών.

Θυμάται βουρκωμένη την τεράστια τιμή που είχε δεχθεί με την απονομή του βαθμού του αντιστράτηγου για τις υπηρεσίες της. η προσφορά της συνεχίστηκε στέλνοντας επιστολές στο εξωτερικό, συμβάλλοντας στον φιλελληνισμό. Επιπλέον, έδωσε και τα τελευταία χρήματα που της απέμειναν για να στηρίξει τον αγώνα. Όμως, παρόλο που έκανε τόσα πολλά για το καλό των ελλήνων, αυτό που εισέπραξε τα τελευταία χρόνια ήταν πικρία. Πάμφτωχη, ξεχασμένη από όλους , πληγωμένη από τον τρόπο που της φέρθηκαν.

Σκουπίζει τα δάκρυά της και σηκώνεται με δυσκολία. Είναι άρρωστη από τυφοειδή πυρετό και δεν ξέρει πόσος καιρός της μένει. Σιγά-σιγά κατευθύνεται προς το εσωτερικό του νησιού.

Μια τραγική φιγούρα.

Το όνομά της;

Μαντώ Μαυρογένους  

 

 

«Λασκαρίνα το όνομά μου»  από τη Βασιλική Φραγκούλη

 

Λασκαρίνα το όνομά μου.

Έχασα τους άντρες μου, έχασα το παιδί μου, έχασα και όλη μου την περιουσία. Όλα για την πατρίδα. Όλα για την λευτεριά. Πόσο θα κρατήσει άραγε ο Αγώνας; Ζυγώνει η ώρα της λύτρωσης;

Ποιος το περίμενε; Η ζωή μου από την αρχή ήταν μια περιπέτεια. Γεννήθηκα στις φυλακές της Πόλης από πατέρα πλοίαρχο και πλούσια μάνα. Σταυριανός Πινότσης ακουγόταν κάτω στο νησί, στην ξακουστή την Ύδρα, και τον τρέμαν και οι πέτρες. Αλλά και για την μάνα μου, τη Σκεύω Κοκκίνη, λίγα δεν έχουν ακουστεί. Απ’ τις πλούσιες οικογένειες των Σπετσών οι Κοκκιναίοι. Περήφανη που ’μια παιδί τους. Από μικρή φαινόμουνα πως μ’ άρεσε η θάλασσα. Εκεί που τα άλλα κοριτσόπουλα φτιάνανε τα προικιά τους, εγώ ανέβαινα πάνω στα καΐκια και σάρωνα το Αιγαίο. Μες στο νερό ένιωθα λέφτερη και έτσι λέφτερος ήθελα να νιώθει και ο ελληνικός λαός.

Στα 17 μου παντρεύτηκα τον Δημήτριο Γιάννουζα, αρχοντοπαλίκαρο με καλή καρδιά. Μου χάρισε δυο παιδιά, αγόρια και τα δυο, να τα ζηλεύει όλο το νησί. Εννιά χρόνια περάσαμε μαζί. Πολεμήσαμε, ταξιδέψαμε, διαλαλήσαμε το μήνυμα για λεφτεριά παντού. Προσπαθήσαμε, αλλά… δεν βγαίνουν όλες οι προσπάθειες σε καλό. Ο Δημητρός μου σκοτώθηκε από αλγερινούς πειρατές στην προσπάθειά του να φέρει προμήθειες για τον αγώνα.

Τέσσερα χρόνια κράτησα το πένθος μου. Τέσσερα χρόνια βαριά και ασήκωτα. Πάλεψα, πάλεψα, πάλεψα αλλά δεν άντεχα άλλο τόσο πόνο. Χρειαζόμουν κάποιον δίπλα μου. Έτσι παντρεύτηκα τον Δημήτριο Μπούμπουλη. Οι Σπετσιώτες σιγά-σιγά ξέχασαν το «Λασκαρίνα». Τώρα πια ήμουν γνωστή ως «Μπουμπουλίνα». Με τον Δημήτριο αποκτήσαμε τρία παιδιά. Δέκα χρόνια ταξίδευε. Δέκα χρόνια πολεμούσα για την πατρίδα πλάι του. Δέκα χρόνια έμαθα τόσα πολλά που ούτε όλος ο χρόνος του κόσμου δεν έφτανε να τα ξεχάσω. Δυστυχώς, όμως, η μοίρα μου είναι τέτοια που στασό δεν μ’ αφήνει να βρω. Ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε κι αυτός από άγριους πειρατές.

Σαράντα χρονών ήμουνα, δυο φορές χήρα με πέντε παιδιά. Μεγάλη περιουσία μου ’χαν αφήσει πίσω οι άντρες μου. Όλα μου τα χρόνια και τα υπάρχοντα τα αφιέρωσα στον Αγώνα. Ο «Αγαμέμνων» ήταν το καμάρι μου. Πλοίο τέτοιο κανείς δεν ξανάβρε. Πιστός υπηρέτης σ’ όλα. Στον αποκλεισμό του Ναυπλίου, στην άλωση της Τριπολιτσάς, στους δύσκολους αγώνες στο Άργος. Δε με εγκατέλειψε ποτέ. Κι ας κάναν απατεωνιές οι Τούρκοι να μου τα πάρουν όλα. Κανέναν δεν άφησα. Κανείς πάνω από την υπόληψή μου.

Και πώς μ’ αντάμειψε η πατρίδα; Με εξορίσανε. Γιατί; Γιατί πίστεψα στο δίκιο. Γιατί ήξερα ότι ο Κολοκοτρώνης έλεγε την αλήθεια. Με εξορίσανε. Πίσω στο νησί δεν είχαμε τίποτα. Φτωχή μ’ ανέβαζαν, φτωχή με κατέβαζαν. Και γω, εκεί, μόνη μου, χωρίς τα παιδιά μου, χωρίς τον Δημητρό μου, προσπαθούσα να ζήσω.

Η Ελλάδα που αγάπησα, που γι’ αυτήν έδωσα κάθε κομμάτι της ψυχής μου, όχι μόνο δεν με αντάμειψε αλλά με πλήγωσε περισσότερο και από τη σφαίρα που με βρήκε στην καρδιά από τους συμπατριώτες μου επειδή δεν ήμουν αρκετή. Επειδή ο γιος μου δεν ήταν ικανός. Τόσο πολύ με πλήγωσε… 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου