Λογοτεχνικές bookιές
Δύο λαϊκά παραμύθια από την Αφρική
Η αλαζονεία και η κουτοπονηριά με αφορμή το φαγητό
Ο ταξιδιώτης
Ένας καλοντυμένος άντρας ήταν στο δρόμο για μια γιορτή. Στη διαδρομή ένας αγρότης του έδωσε μερικά φιστίκια και του είπε «ορίστε, λίγο φαγητό για το δρόμο». Ο άντρας απάντησε «πρόκειται να φάω σπάνια και εκλεκτά εδέσματα σε λίγο – τι να τα κάνω τα φιστίκια!» και λέγοντας αυτά τα λόγια, τα πέταξε στη λάσπη κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως συνάντησε έναν ποταμό που ήταν πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι συνήθως και δε μπορούσε να τον διασχίσει. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να επιστρέψει σπίτι του. Στην επιστροφή όμως, καθώς περνούσε η ώρα, το στομάχι του ταξιδιώτη απαιτούσε φαγητό. Θυμήθηκε τα φιστίκια που είχε πετάξει στη λάσπη και δεν είχε άλλη λύση παρά να τα ψάξει και να τα βγάλει από τη λάσπη ένα ένα με κόπο, κι αυτό ήταν το βραδινό του.
Μία στάμνα δε θα κάνει τη διαφορά
Ο βασιλιάς μιας πόλης κάλεσε όλους τους χωρικούς στο παλάτι για να γιορτάσουν την πρωτοχρονιά. Τους είπε «εγώ θα βάλω το φαγητό, αλλά θέλω ο καθένας σας να φέρει και μία στάμνα με κρασί.» Ένας από τους καλεσμένους σκέφτηκε «θα φέρω μια στάμνα νερό αντί για κρασί. Μία στάμνα δε θα κάνει και μεγάλη διαφορά μέσα σε όλο αυτό το κρασί.» Όταν έφτασε η μέρα της γιορτής, ο άντρας αυτός έχυσε τη στάμνα με το νερό μέσα στο μεγάλο δοχείο όπου γινόταν η συλλογή του κρασιού. Η γιορτή ξεκίνησε, και όλοι οι χωρικοί έτρωγαν και χόρευαν. Κατά το τέλος της γιορτής σερβιρίστηκε το κρασί. Αλλά όταν οι καλεσμένοι άρχισαν να πίνουν έκπληκτοι συμπέραναν ότι η γεύση του ήταν σαν του νερού. Τελικά όλοι είχαν υποθέσει ότι οι υπόλοιποι θα έφερναν κρασί, και ότι μια στάμνα νερό δε θα έκανε και μεγάλη διαφορά.
Πηγή: www.lifo.gr

Το πιο γλυκό ψωμί Λαϊκό παραμύθι
Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.
Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».
Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».
Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.
«Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.
«Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»
Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.
Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.
Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.
Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.
Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.
Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».
O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!
Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, επιμέλεια Δ. Λουκάτος, Βασική Βιβλιοθήκη, Ζαχαρόπουλος
Ένα πρωτότυπο παραμύθι για την παχυσαρκία

Όταν οι ακροβάτες και οι ζογκλέρ του ξακουστού τσίρκου Φραμπουλίνο Φραμπουλόζο Φετουτσίνι δεν μπορούν να κάνουν ακροβατικά γιατί είναι πολύ στρουμπουλοί και μαλθακοί, το τσίρκο οδεύει προς την καταστροφή.
Κι εκεί που ο διευθυντής είναι έτοιμος να αυτοκτονήσει, εμφανίζεται ένας φλογεροπαίκτης που λύνει το πρόβλημα. Για όλα έφταιγε ο μάγειρας, ο οποίος είχε υπογράψει μυστική συμφωνία με έναν ανταγωνιστή κι έτσι τάιζε το προσωπικό με υπερβολικές δόσεις κορεσμένων λιπαρών, ζαχαρωτών και αλμυρών τροφών, ώστε να γίνουν παχύσαρκοι και να χάσουν την ενέργειά τους. Με τον «Μάγειρα του Μαγεμένου Τσίρκου» (μια πρωτοβουλία της Ελαΐς-Unilever, υπό την επιστημονική επιμέλεια του Γεωπονικού Πανεπιστημίου), μια πρωτότυπη, ευφάνταστη κι ευφυώς δομημένη ιστορία, ο Ευγένιος Τριβιζάς θίγει το πρόβλημα της παιδικής παχυσαρκίας και της μη ισορροπημένης διατροφής στις υπερκαταναλωτικές δυτικές κοινωνίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου