Η λέσχη ανάγνωσης προτείνει τα βιβλία του μήνα
(γιατί πιστεύει ότι η Λογοτεχνία μπορεί να μας κάνει να αγαπήσουμε την Ιστορία)

Θεσσαλία, 1880. Μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας κολίγων ζωντανεύει ένας ολόκληρος κόσμος και μια εποχή. Είναι η εποχή που οι Θεσσαλοί αγρότες ζούνε μέσα στη μιζέρια και στην καταφρόνια, δουλεύοντας στα τσιφλίκια των αρχοντάδων. Ο ήρωας της ιστορίας, ο Γιάννης, γνωρίζει τις αθλιότητες, δοκιμάζει όλες τις στερήσεις, μα η πίστη του και η αγάπη του για την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και τον άνθρωπο στέκονται πάνω απ' όλα.
Το Ένα δέντρο στην αυλή μας είναι ένα βιβλίο γεμάτο συγκλονιστικές περιπέτειες, πολύ συγκινητικό, μα πάνω απ' όλα αληθινό. Το υλικό του αντλήθηκε από μαρτυρίες παλιών κολίγων και θύμησες που η συγγραφέας ξανάπλασε κρατώντας, όσο ήταν μπορετό, τη γλώσσα και το ύφος των πρώτων διηγήσεων.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει το όχημα να μάθει κάποιος ιστορία, αυτό μας εκμυστηρεύεται έμμεσα η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου. Γιατί, δεν γίνεται απλή καταγραφή μιας περιόδου με την αποτύπωση του αγροτικού ζήτηματος, τους συλλογικούς αγώνες, αλλά μέσα από την ανθρώπινη δραστηριότητα, τα συναισθήματα και την απλή καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τα μίση, τα πάθη και τα όνειρά τους σε πρώτο φόντο αποκαλύπτεται και φωτίζεται μια ολόκληρη ιστορική περίοδος. Πράγμα, πολύ σημαντικό για τον νέο αναγνώστη που καλείται να γίνει κοινωνός ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων με έναν αβίαστο και εύληπτο τρόπο ώστε να γνωρίσει μέσα από τη ζωή των ηρώων και τη δική του θέση στον κόσμο.
Αναστασία Ευσταθίου, Kosvoice.gr, 07/10/13
Η Μαρούλα Κλιάφα (γεν.1937) γεννήθηκε και ζει στα Τρίκαλα. Σπούδασε δημοσιογραφία ενώ από το 1972 ασχολείται με τη λογοτεχνία, τη συλλογή λαϊκών παραμυθιών, παραδοσιακών παιχνιδιών και παλιών φωτογραφιών. Γνωστά και αγαπημένα έργα της είναι Η ηλιαχτίδα, Οι πελαργοί θα ξανάρθουν, Παραμύθια της Θεσσαλίας, Ας παίξουμε πάλι (σε συνεργασία με τη Ζωή Βαλάση), Θεσσαλία 1881-1981. Έχει αποσπάσει πολλές διακρίσεις και βραβεία ενώ τα έργα της μεταφράζονται και κυκλοφορούν στο εξωτερικό.
Αυτό το ιστορικό και κοινωνικό μυθιστόρημα της Μαρούλας Κλιάφα εστιάζει σε ένα θέμα κοινωνικής ιστορίας σχετικά άγνωστο στα παιδιά, το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία από το 1880 ως το 1910. Η πολυπόθητη απελευθέρωση της Θεσσαλίας σηματοδοτεί την απαρχή όχι της ελευθερίας, όπως ήλπιζαν οι κολίγοι του κάμπου, αλλά της καταπίεσής τους εκ μέρους των μεγαλοτσιφλικάδων, στα χέρια των οποίων περιήλθε ο αγροτικός κλήρος.
"Και τι με αφορά εμένα αυτή η εποχή", εύλογα θα σκεφτόταν ο υποψήφιος έφηβος αναγνώστης. Ο Γιάννης όμως, ο κεντρικός ήρωας που αφηγείται την ιστορία του σε πρώτο πρόσωπο, παιδί μιας οικογένειας φτωχών κολίγων που βιώνει τα κρίσιμα κοινωνικά γεγονότα της εποχής του, γοητεύει με τον άμεσο και απέριττο λόγο του. Πείθει από την πρώτη στιγμή ότι δεν σκοπεύει να κάνει ένα συγκαλυμμένο μάθημα Ιστορίας αλλά να αφηγηθεί την προσωπική του βιογραφία με την ίδια αμεσότητα που θα έκανε και ο σύγχρονος έφηβος στο facebook του. Μόνο που ο Γιάννης είναι παιδί ραγιά. Σιγοβράζει μέσα του ο θυμός και η λαχτάρα για αξιοπρέπεια και ελευθερία. Αριστοτεχνικά η συγγραφέας χτίζει την ψυχολογία ενός επαναστατημένου εφήβου που αγανακτεί με την παραίτηση και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δουλοπρέπεια του πατέρα του. Δεν πρόκειται για έναν ήρωα που πραγματοποιεί μεγάλα κατορθώματα, αλλά για ένα παιδί που ανδρώνεται, συνειδητοποιείται, παίρνει θέσεις, ταλαντεύεται ανάμεσα στις αντιλήψεις του πατέρα, ισχυρού προτύπου, και στις νέες ιδέες. Ανοίγει τα φτερά του, πάει στην πόλη, μαθαίνει γράμματα, συμμετέχει δειλά στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κολίγων, αλλά το πληρώνει με σκληρή δουλειά, μοναξιά ακόμη και με φυλάκιση. Δεν είναι μόνο η αδικία, η φτώχεια, οι κακουχίες και η στέρηση της ελευθερίας που τον βαραίνουν. Είναι και οι τύψεις, η ταλάντευση ανάμεσα σε αυτό που ήταν και αυτό που τείνει να γίνει. Που ανήκει; Θαυμάσια η σκηνή που επιστρέφει με το καπέλο και το παπιγιόν του, δάσκαλος πια, στο πατρικό καλύβι, και ακούει την αδερφή του να φωνάζει στη μάνα του «ένας κύριος…». Βγάζει τα περιττά εξαρτήματα και τα τοποθετεί στο σκιάχτρο της αυλής για να εισέλθει στο σπίτι του κολίγος, αλλά συνειδητοποιημένος και αποφασισμένος να παλέψει για τη ζωή που ονειρεύτηκε αυτός και οι όμοιοί του όταν γιόρταζαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους.
Η ζωή και ο αγώνας των αγροτών για απαλλοτρίωση της γεωργικής, η στάση του κράτους και των τσιφλικάδων, η στάση όσων είχαν αποδεχτεί τη θέση του ραγιά (στον Τούρκο ή τον τσιφλικά), η δράση των αγωνιστών, όλα αυτά συνθέτουν το σκηνικό της δράσης. Εξαιρετικά αποδίδονται οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής των κολίγων. Μια καλύβα για σπίτι, για ανθρώπους και ζώα μαζί, λίγο άχυρο για στρώμα, ξυπολησιά, κουκιά, στην καλύτερη περίπτωση, για προσφάι, αμορφωσιά, όλα αυτά παρουσιάζονται όχι με ηθογραφική ή διδακτική διάσταση, αλλά ως κλειδιά κατανόησης της νοοτροπίας και της ζωής του ραγιά.
Αξιοσημείωτο είναι το λιτό ύφος της αφήγησης. Ο θάνατος βασικών ηρώων αναφέρεται επιγραμματικά. Η σιωπή άλλωστε είναι πιο δυνατή από τον θρήνο. Η γλώσσα έχει έντονα στοιχεία της ντοπιολαλιάς των αγροτών της Θεσσαλία (με τις απαραίτητες επεξηγήσεις σε υποσημειώσεις) που προσθέτουν μάλλον παρά αφαιρούν από τη γοητεία του κειμένου.
Συντάκτης: Ελένη Σβορώνου

Φαντάσου να σε λένε Οδυσσέα και να είσαι και ξερόλας. Να μπλέξεις με μια χαριτωμένη τσιγγάνα ονόματι Βέρα Φοβέρα που κινδυνεύεις να την ερωτευτείς τρελά• με έναν τοσοδούλη πρόσφυγα που τον φωνάζουν Οσμάν• και τον Αζόφ απ’ την Αζοφική, έναν εκατοντάχρονο μικρό καλικάντζαρο που ταξιδεύει στον χρόνο με μια τεράστια βελανιδιά, αραχτός στην κουφάλα της.
Δεν υπάρχει!
Κι όμως υπάρχει. Όταν μπουρδουκλώνονται στην Αρχαία Αθήνα, κινδυνεύουν να καούν ζωντανοί στα θυσιαστήρια, τους πουλάνε για σκλάβους, το σκάνε καβάλα σε μια κατσίκα, σκαρφαλώνουν στην Ακρόπολη, πέφτουν στο κενό, χάνουν τη Βέρα Φοβέρα και βρίσκουν τη βέρα τη χρυσή. Μήπως αυτή που χάρισε ο Περικλής στην Ασπασία του όταν της έκανε πρόταση γάμου;
Ε τώρα, όντως δεν υπάρχει!
Καλού κακού, όμως, κάντε τον σταυρό σας κι ας είμαστε προ Χριστού. Γιατί σ’ αυτή την κορυφαία περιπέτεια, τα τέσσερα ζιζάνια κοντεύουν να κάνουν τον Περικλή έξαλλο, τον Χρυσό Αιώνα σαν τενεκέ ξεγάνωτο, και την αρχαία ιστορία…
ΚΟΥΛΟΥΒΑΧΑΤΑ!
…«Να τον πας στον ναύσταθμο με τις πολεμικές τριήρεις…»
«Με τις πολεμικές;» φώναξε κατατρομαγμένος ο Οδυσσέας. «Ποιες πολεμικές τριήρεις;»
«Αυτές με το έμβολο μπροστά και τις τρεις σειρές κουπιών. Εξού και το όνομα».
«Όχ, Παναγίτσα μου… Οχ , κι έρχεται κι ο Πελοποννησιακός Πόλεμος…»
«Ποιος πόλεμος, αγόρι μου; Έχουμε Τριακονταετή Ειρήνη».
«Δεν ξέρετε εσείς… Δεν ξέρετε…» μουρμούρισε ο Οδυσσέας, που από την Ιστορία της τετάρτης δημοτικού γνώριζε πως σε δύο μήνες θα έπαυε η ειρήνη και θα ξεσπούσε ο πόλεμος Αθήνας- Σπάρτης, ο οποίος θα κρατούσε
τριάντα ολόκληρα χρόνια.
«Οχ, ο καημένος… Οχ, τι έπαθα ο άμοιρος που θα τραβάω κουπί στις τριήρεις μέχρι να βγω στη σύνταξη…» άρχισε να μοιρολογεί.
«Μην είσαι τόσο απαισιόδοξος χρυσό μου», προσπάθησε να τον παρηγορήσει η Διοτίμα. “Μπορεί να βουλιάξετε ή να σας εμβολίσουν και να γλιτώσεις ένα σωρό χρόνια κουπί».
«Οχ, ο καήμενος… Οχ, ο φουκαράς… Που δε θα ζήσω για να πάω στο πανεπιστήμιο , να γίνω καθηγητής, να εκλεγώ Πρύτανης, να ανακαλύψω τον κρυφό τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να πάρω το Νόμπελ… Αχ, κλάψε με, μάνα, κλάψε με…»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου