Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι...
Τα βιβλία πάνε σινεμά
Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα μακρινό τόπο που κανένας άνθρωπος δεν έχει ταξιδέψει και δεν γνωρίζει ζούσαν τα βιβλία. Η πόλη αυτή ονομαζόταν Χαρτούπολη. Η Χαρτούπολη ήταν ένας παραδεισένιος τόπος, γεμάτος ζωή και υπέροχα πράγματα για να δεις. Οι κάτοικοί της ήταν πολύ φιλόξενοι και ευγενικοί. Μα πάνω απ’ όλα ήταν σοφοί. Ο κάθε κάτοικος γνώριζε για κάτι που κανένας άλλος δεν ήξερε και κάθε φορά που συναντιόντουσαν, μιλούσαν για το περιεχόμενό τους και αντάλλασσαν χρήσιμες πληροφορίες. Στην πόλη αυτή υπήρχαν όλων των ειδών τα βιβλία. Άλλα ήταν πιο μικρά, άλλα πιο μεγάλα και κάποια είχαν περισσότερα χρώματα και εικόνες από άλλα, μα όλα ζούσαν αρμονικά μεταξύ τους. Τα πιο σοφά και μεγάλα βιβλία ήταν οι λεγόμενες ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΕΣ. Οι Εγκυκλοπαίδειες δίδασκαν σε σχολεία και μετέφεραν τις γνώσεις τους στ’ άλλα βιβλία. Κάθε βιβλίο της Χαρτούπολης είχε και τα δική του δουλειά. Μανάβηδες και μαγείρισσες ήταν τα λεγόμενα βιβλία μαγειρικής. Πωλητές ήταν τα περιοδικά, αυτοί που ασχολούνταν με το θέατρο ήταν τα κόμικς και αυτές που έλεγαν τις ειδήσεις ήταν οι εφημερίδες. Έτσι όλοι είχαν με κάτι ν’ απασχοληθούν και ήταν ευχαριστημένοι.
Μέχρι λίγα χρόνια πριν τουλάχιστον γιατί τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει στη Χαρτούπολη. Τώρα όλα τα βιβλία είναι θλιμμένα και δεν ασχολούνται με τίποτα όπως παλιότερα. Είναι όλη τη μέρα κλεισμένα μέσα στο σπίτι τους και το μόνο που κάνουν είναι να κλαίνε και να θρηνούν για την κακή τους μοίρα. Και αιτία για όλα αυτά, όπως λένε τα βιβλία, είναι οι ταινίες. Πραγματική όμως αιτία δεν είναι οι ταινίες μα η εγωιστική συμπεριφορά των βιβλίων.
Πριν λίγα χρόνια, λοιπόν, τα βιβλία ζούσαν αρμονικά και η ζωή κυλούσε ήρεμα στη Χαρτούπολη. Κάποια μέρα όμως, στο απέναντι μέχρι τότε άδειο νησί, διέκριναν κάτι μικρά κουτάκια με κάτι εικόνες στο σώμα τους. Τα βιβλία δεν έδωσαν σημασία καθώς ο αριθμός αυτών των παράξενων κουτιών ήταν πολύ μικρός. Με τις μέρες όμως ο αριθμός αυτός άρχισε να αυξάνεται και μετά από μερικούς μήνες το νησί γέμισε από αυτά. Τα βιβλία ήταν πολύ περίεργα για το τι μπορεί να είναι αυτά τα παράξενα όντα και η περιέργειά τους κορυφώθηκε όταν έξω από την είσοδο του νησιού κρέμασαν μια τεράστια ταμπέλα που πάνω έγραφε: ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ! Όλα τα βιβλία ήταν αρκετά φοβισμένα και έτσι έστειλαν μια ομάδα κατασκόπων στο γειτονικό νησί για να ανακαλύψουν ποιοι ήταν οι νέοι τους γείτονες.
Η ομάδα των βιβλίων που θα πήγαινε ν’ ανακαλύψει ποιοι ήταν οι νέοι τους γείτονες και αν οι προθέσεις τους ήταν καλές ή κακές ήταν: Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Η ΕΜΜΑ, Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ, Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΙ, ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΚΑΙ Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ. Πριν ξεκινήσουν, λοιπόν, έβαλαν τα περιοδικά να τους ράψουν μια στολή παρόμοια με αυτή των παράξενων πλασμάτων. Αφού ετοιμάστηκαν ξεκίνησαν για το απέναντι νησί. Όλα τους ήταν πολύ φοβισμένα και τρομοκρατημένα για το τι θα συναντήσουν εκεί.
Μόλις έφτασαν και πέρασαν από την είσοδο του νησιού εκστασιάστηκαν από το θέαμα που αντίκρισαν. Παντού υπήρχαν χρώματα, σχέδια και εικόνες που πρώτη φορά έβλεπαν τα βιβλία. Υπήρχαν μεγάλα και μικρά κτήρια. Τα μικρά κτήρια ήταν τα σπίτια τους. Κάθε σπίτι είχε κι ένα διαφορετικό χρώμα και το καθένα είχε το όνομα των κατοίκων του χαραγμένο στην πόρτα. Από την πίσω πλευρά υπήρχαν κάτι παράξενες εικόνες. Τα μεγάλα κτήρια ήταν πράσινα με πολλές εικόνες πάνω τους που κάποιες ήταν σαν τις εικόνες που είχαν τα σπίτια στην πίσω πλευρά τους. Ακόμα τα βιβλία διέκριναν μια τεράστια ταμπέλα πάνω τους που έγραφε: ΣΙΝΕΜΑ! Όλα τους αναρωτιόντουσαν τι να σήμαινε αυτή η πρωτάκουστη για αυτά λέξη που την έβλεπαν παντού! Για να τους λυθεί η απορία, ρώτησαν ένα από τα παράξενα κουτιά, τι σημαίνει η λέξη σινεμά και πώς λέγονται οι κάτοικοι αυτού του νησιού. Η κάτοικος απόρησε μα τους απάντησε λέγοντάς τους ότι οι κάτοικοι αυτού του νησιού είναι οι ταινίες και ότι το σινεμά είναι ο χώρος που παίζονται όλες οι ιστορίες των κατοίκων αυτών. Τα βιβλία, δεν είχαν καταλάβει κι έτσι η ταινία που το όνομα της ήταν Λάσσι συνέχισε λέγοντας ότι οι ταινίες είναι ιστορίες ή παραμύθια που παρουσιάζονται με κάποιες συνεχόμενες εικόνες και λόγια σε μια μεγάλη οθόνη στο σινεμά. Τα βιβλία είχαν καταλάβει μα ήθελαν να παρακολουθήσουν από κοντά μια ταινία κι έτσι ακολούθησαν την Λάσσι στο σινεμά.
Το σινεμά ήταν ένας τεράστιος χώρος γεμάτος καρέκλες. Στην μπροστινή πλευρά υπήρχε μια τεράστια οθόνη που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί τα βιβλία. Αφού συνήλθαν από το θέαμα που αντίκρισαν και κάθισαν στις καρέκλες ρώτησε η Έμμα την Λάσσι τι θα έβλεπαν. Η Λάσσι της είπε ότι θα παρακολουθούσαν την ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ. Όλα τα βιβλία πετάχτηκαν συγκλονισμένα από την θέση τους και είπαν όλα με ένα στόμα στη Λάσσι ότι αυτό δεν γίνεται καθώς Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ είναι βιβλίο. Αυτή τους είπε όμως ότι πολλές ταινίες έχουν γίνει από βιβλία. Τα βιβλία θύμωσαν μα δεν μπορούσαν να φύγουν γιατί μόλις άρχιζε η ταινία. Όλα τους κατά τη διάρκεια της ταινίας κοίταζαν έκπληκτα και με θαυμασμό το μεγάλο αυτό επίτευγμα που ήταν μπροστά τους. Τους πέρασε και ο θυμός καθώς κατάλαβαν τη μεγάλη αξία της ταινίας. Αφού τελείωσε η προβολή, ευχαρίστησαν τη Λάσσι και έφυγαν τρέχοντας από το σινεμά για να πάνε πίσω στα υπόλοιπα βιβλία και να τους πούνε με κάθε λεπτομέρεια τι είχαν δει και μάθει εκεί.
Πίσω στη Χαρτούπολη όλοι τους περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία. Μόλις, λοιπόν, έφθασαν, άρχισαν αμέσως να διηγούνται ό,τι είχαν δει εκεί. Τους μίλησαν για το σινεμά, για τις ταινίες, για την κλέφτρα των βιβλίων και ακόμα για το πόσο τους είχε μαγέψει αυτός ο τόπος. Τέλος τους είπαν ότι οι ταινίες είναι πολύ φιλόξενες και ευγενικές και ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να τις φοβούνται.
Τα βιβλία όμως δεν άκουγαν τίποτα. Είχαν θυμώσει που κάποιες ταινίες δημιουργούνται από αυτά και έτσι αποφάσισαν να προκαλέσουν τις ταινίες σε λογομαχία. Η λογομαχία θα γινόταν στην Χαρτούπολη την επόμενη μέρα το πρωί και τα βιβλία ήταν όλο προετοιμασίες.
Η κρίσιμη ώρα είχε φτάσει. Τα βιβλία θα τα εκπροσωπούσε ένα από τα πιο σοφά και εξελιγμένα βιβλία: «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ». Τις ταινίες θα τις εκπροσωπούσε: «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΚΑΤΩ «ΟΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ», σε ταινία. Η μονομαχία άρχισε, λοιπόν, και οι δύο πλευρές μιλούσαν για τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια. Τα βιβλία βέβαια μιλούσαν πιο σοφά και εκλεπτυσμένα, με καλύτερα και πιο πλούσια επιχειρήματα από ότι οι ταινίες! Από την άλλη πλευρά όμως οι ταινίες μιλούσαν με εικόνες, χρώματα και εφέ που πρώτη φορά άκουγαν τα βιβλία! Έτσι η λογομαχία κατέληξε με ισοπαλία. Οι ταινίες ήταν πολύ χαρούμενες που ήρθαν ισόπαλες με έναν τόσο άξιο αντίπαλο και επέστρεψαν πίσω στο νησί τους! Αντίθετα τα βιβλία ήταν συντετριμμένα! Ένιωθαν να απειλούνται από τις ταινίες και πίστευαν ότι μετά από λίγο καιρό αυτές θα υπερίσχυαν. Έπειτα από όλα αυτά έπεσε το ηθικό των βιβλίων και δεν ασχολήθηκαν με τίποτα ξανά! Με αυτό τον τρόπο περνούσαν τα χρόνια. Η Χαρτούπολη είχε χάσει την λάμψη της. Όλοι οι κάτοικοι ήταν θλιμμένοι και κανένας δεν είχε γελάσει από τη μέρα εκείνη. Έτσι συνέχισαν για αρκετό χρονικό διάστημα ώσπου, τα επτά βιβλία που είχαν πάει για πρώτη φορά στο ΣΙΝΕΜΑ και είχαν προσπαθήσει να πείσουν τους υπόλοιπους να μην κάνουν τη λογομαχία, αποφάσισαν να βρουν ένα σχέδιο για να βγάλουν τη Χαρτούπολη από τη θλίψη και να της φέρουν πάλι τη χαρά. Δεν άργησαν πολύ να βρουν το τέλειο σχέδιο μα για να το πραγματοποιήσουν ήθελαν βοήθεια από τη Λάσσι.
Ξεκίνησαν, λοιπόν, κρυφά να πάνε στο νησί των ταινιών για να τη βρουν. Μόλις την βρήκαν της ζήτησαν να φέρει στη Χαρτούπολη ένα από τα άσπρα πανιά που βλέπουν τις ταινίες. Δεν της εξήγησαν τίποτα παραπάνω μα η Λάσσι που τους εμπιστευόταν, δέχτηκε. Την επόμενη μέρα ένα τεράστιο πανί βρισκόταν στην είσοδο της Χαρτούπολης. Το μεσημέρι τα επτά βιβλία έβαλαν την ταινία Ε.Τ. ο Εξωγήινος να παίζει. Η ταινία έδειχνε ότι δύο άτομα τελείως διαφορετικά μπορούν να γίνουν φίλοι. Τα βιβλία σιγά σιγά άρχισαν να μαζεύονται μπροστά στην οθόνη. Σε όλα πέρασε το μήνυμα και κατάλαβαν τη μαγεία του σινεμά.
Μετά από όλα αυτά ζήτησαν συγγνώμη από τις ταινίες και μόνιασαν. Τα βιβλία κατάλαβαν ότι είναι ισότιμα με τις ταινίες και ότι και οι δύο έχουν πολλά να προσφέρουν! Τώρα τα βιβλία και οι ταινίες ζουν αρμονικά όλα μαζί σε μια υπέροχη πόλη που προς ανάμνηση αυτού του γεγονότος την ονόμασαν: ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΝΕ ΣΙΝΕΜΑ
ΜΑΡΙΛΕΤΑ ΑΡΓΥΡΟΥ
«Τα βιβλία πάνε σινεμά»
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια μεγαλούπολη μια γυναίκα, η κυρία Χ. Η κυρία Χ στο σπίτι της είχε ένα δωμάτιο γεμάτο με… βιβλία! Μια τεράστια βιβλιοθήκη! Και αυτά τα βιβλία δεν ήταν συνηθισμένα! Ήταν μαγικά και μπορούσαν να μιλήσουν. Κανένας, βέβαια, δεν το ήξερε αυτό. Από όλα αυτά τα βιβλία, λοιπόν, δύο ήταν τα αγαπημένα της. Το ένα είχε μπλε εξώφυλλο και το άλλο κόκκινο. Αυτά τα δύο βιβλία, μάλιστα, τύχαινε να είναι πολύ καλοί φίλοι.
~
Μια μέρα η κυρία Χ πήγε στο σινεμά. Μέσα στην τσάντα της είχε το μπλε βιβλίο. Μιας και η τσάντα ήταν ανοιχτή, το βιβλίο μπορούσε να βλέπει κι αυτό την ταινία. Κάτι του θύμιζε αυτή η ταινία. Αλλά τι; Και τότε έμεινε έκπληκτο! Και όσο προχωρούσε η πλοκή του έργου τόσο μεγάλωνε η έκπληξή του. Η ιστορία που έβλεπε στη μεγάλη οθόνη ήταν ίδια με αυτήν που υπήρχε στα φύλλα του κόκκινου βιβλίου!
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι ξεκίνησε να λέει στο φίλο του τι είχε συμβεί. Το κόκκινο βιβλίο ήταν πολύ ενθουσιασμένο! Το είχαν κάνει ΤΑΙΝΙΑ! Και πώς να ήταν αυτή η ταινία; Συμφωνούσε σε όλα με αυτά που έγραφε αυτό; Και τα πρόσωπα; Να ήταν έτσι όπως τα φανταζόταν; Ήθελε τόσο να τη δει… Αλλά δεν μπορούσε να γίνει τίποτα. Η κυρία τους δεν θα πήγαινε στην αυριανή προβολή για να δει την ίδια ταινία.
Την άλλη μέρα το μπλε βιβλίο είχε μια ιδέα…
- Βλέπεις αυτό το κουτί που βρίσκεται από κάτω μας; ρώτησε το φίλο του.
- Ναι.
- Ωραία! Ξέρεις πού θα πάει αυτό το κουτί;
- Όχι.
- Αυτό το κουτί θα πάει στις ανιψιές της κυρίας!
- Και μένα τι με νοιάζει; αγανάκτησε το κόκκινο βιβλίο. ΕΓΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΙΝΕΜΑ!
- Το σπίτι των ανιψιών βρίσκεται δίπλα από το σινεμά! Άμα μπούμε κι εμείς μέσα στο κουτί θα υπάρχει μια ελπίδα να δεις την ταινία σου!
- Ά πα πα πα ! Εγώ δεν είμαι για τέτοια! Όσο και να θέλω να πάω στο σινεμά, αυτό δεν πρόκειται να το κάνω!
Και πριν καλά καλά τελειώσει τη φράση του, το μπλε βιβλίο το έσπρωξε και μετά έπεσε κι αυτό! Πάνω στην ώρα που μπήκε στη βιβλιοθήκη η κυρία Χ για να πάρει το κουτί.
- Η περιπέτεια ξεκινάει! φώναξε το μπλε βιβλίο.
~
Η… περιπέτειά τους δεν κράτησε και πολύ τελικά. Ένα αυτοκίνητο ήρθε, πήρε την κούτα και σε λίγο τα βιβλία μας βρισκόντουσαν πάνω σ’ ένα τραπέζι στο σαλόνι του σπιτιού των ανιψιών.
- Τι σκοπεύεις να κάνουμε τώρα; Ε; ρώτησε το κόκκινο βιβλίο. Ούτε την ταινία θα καταφέρω να δω εδώ που μ’ έφερες και είμαστε και μακριά από το σπίτι!
- Εεεε… Δεν είχα σκεφτεί τι θα κάναμε μετά. Πίστευα ότι κάτι θα βρούμε.
- Τι; Ένα κουτί που να λέει: « Για σινεμά πιέστε εδώ» ;
Τότε μπήκε στο δωμάτιο ένα κορίτσι. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και είχε έρθει να δει τα καινούρια βιβλία. Τα κοίταξε όλα, αλλά τα μάτια της «καρφώθηκαν» στο κόκκινο. Με μια κίνηση το πήρε, το έβαλε μέσα στο σακίδιό της κι έφυγε. Το μπλε βιβλίο ήταν απαρηγόρητο!
Στο σακίδιο της κοπέλας δεν υπήρχε και πολύς χώρος. Ούτε και φως. Το κόκκινο βιβλίο ήταν τρομαγμένο. Πού το πήγαινε; Δεν περίμενε και πολύ ώρα για να πάρει την απάντησή του. Το κορίτσι σταμάτησε να κινείται, άνοιξε το σακίδιο και το έβγαλε. Το βιβλίο δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά του! Βρισκόταν στο σινεμά και η ταινία του ξεκινούσε!
~
Έτσι, τα βιβλία μας είχαν πετύχει τον στόχο τους. Η κυρία τους γύρισε να τα πάρει όταν κατάλαβε ότι λείπουν κι έτσι επέστρεψαν στο σπίτι τους. Το κόκκινο ενθουσιασμένο και το μπλε χαρούμενο που τελικά είχε βοηθήσει το φίλο του! Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
{ΤΕΛΟΣ}
Μαρία Πρίντζιου
“Τα βιβλία πάνε σινεμά;”
Μια φορά και ένα καιρό, πολλά, πολλά χρόνια πριν, όταν δεν είχε γεννηθεί ούτε ο προ-προ-προ-προπάππους σας για να καταλάβετε, υπήρχαν τρία βασίλεια. Το πρώτο ήταν το βασίλειο των ανθρώπων, όπου ζούσαν αρμονικά όλοι οι άνθρωποι μαζί. Το δεύτερο και το τρίτο ήταν μυστικά, κανένας άνθρωπος δεν ήξερε ότι υπάρχουν. Αποτελούνταν από ταινίες και από βιβλία αντίστοιχα. Η μακροχρόνια έχθρα ανάμεσα στα βιβλία και τις ταινίες ήταν προφανής. Όμως, οι περισσότεροι δεν γνώριζαν για ποιο λόγο μισούσε τόσο πολύ το ένα το άλλο. Εγώ και η παλιά γενιά των βιβλίων, όμως, ξέρουμε: λόγω μιας βεντέτας, που ξεκίνησε πολύ καιρό πριν. Σύμφωνα με αυτή, κάποια βιβλία υποστήριζαν ότι είναι καλύτερα από τις ταινίες. Οι ταινίες θύμωσαν τόσο πολύ με τα βιβλία που υποσχέθηκαν να πάρουν εκδίκηση.
Όσο πέρναγε ο καιρός, πολλοί άνθρωποι ανακάλυπταν τα δύο βασίλεια και στο τέλος έπαιρναν πολλά βιβλία και ταινίες για να τα πάνε στο βασίλειό τους. Αυτό άρεσε πολύ και στα δύο γιατί όλοι είχαν περιέργεια να πάνε στο ξακουστό βασίλειο των ανθρώπων.
Έτσι λοιπόν, τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα για τα δύο βασίλεια. Οι απαγωγές, οι κλοπές, οι δολοφονίες ήταν συχνές. Ώσπου μια μέρα, μία μεγάλη κλέφτρα βιβλίων, απήγαγε όλα τα βιβλία σε ένα βράδυ…
Οι άνθρωποι στενοχωρήθηκαν πάρα πολύ γιατί αγαπούσαν τα βιβλία και είχαν γίνει πια αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Αποφάσισαν λοιπόν να επισκεφθούν όλοι μαζί πρώτα την κλέφτρα και έπειτα και τα δύο βασίλεια, εξηγώντας τους πως τους αρέσουν το ίδιο τα βιβλία και οι ταινίες καθώς τους ψυχαγωγούν και τους διασκεδάζουν.
Έτσι, λύθηκε αυτή η παρεξήγηση, τα βιβλία και οι ταινίες θεωρήθηκαν ίσες και από τότε έζησαν αγαπημένες. Γι’ αυτό εσείς και όλοι μας μπορούμε ελεύθερα να διαβάσουμε όποιο βιβλίο μας αρέσει ή να παρακολουθήσουμε όποια ταινία θέλουμε. Αλλά, μην πείτε σε κανέναν αυτή την ιστορία γιατί είναι μυστική…
Δήμητρα Καραθανάση
Τα βιβλία πάνε σινεμά
Μια φορά κι έναν καιρό, στην Παραμυθούπολη, ζούσαν πέντε καλοί φίλοι – ο Αστυνομικούλης, η Βιογραφούλα, ο Περιπετειούλης, η Παραμυθένια και ο Μυθιστορούλης. Οι ήρωες μας ήταν πολύ αγαπημένοι και λάτρευαν τα βιβλία.
Τα διάβαζαν, έπαιζαν μαζί τους, τα έκαναν καραβάκια και αυτά που δεν τα ήθελαν για φίλους τα έσκιζαν. Περνούσαν ατέλειωτες ώρες μαζί και πήγαιναν πολλές βόλτες, όμως τους έλειπε κάτι, κάτι που τους απαγόρευαν οι γονείς τους. Οι δεύτεροι τους έλεγαν πως αν ξεπεράσουν τα σύνορα της πόλης τους, θα βρεθούν στο χωριό των κακών κινηματογράφων, το λεγόμενο Σινεβίλατζ και πως δεν έπρεπε να πάνε. Τα ατίθασα όμως βιβλιαράκια, μια μέρα που έλειπαν οι γονείς τους από το σπίτι βρήκαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους!
Όταν έφθασαν στο χωριό, ακολούθησαν το κεντρικό μονοπάτι κι έφθασαν στην πλατεία του χωριού. Εκεί αντίκρισαν κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που περίμεναν. Είδαν κάποια φιλμάκια να παίζουν ανέμελα κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Τα πλησίασαν και τους ζήτησαν να παίξουν μαζί τους. Τα φιλμάκια, όμως, παραξενεύτηκαν διότι δεν ήξεραν τα βιβλιαράκια και δεν απάντησαν στην ερώτησή τους. Τότε, τα βιβλιαράκια έκαναν την αρχή και τους συστήθηκαν. Τα φιλμάκια δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν νέους φίλους και συστήθηκαν και αυτά. Έτσι ξεκίνησαν να παίζουν μαζί διάφορα παιχνίδια περνώντας υπέροχα μαζί και διασκεδάζοντας. Όμως, παίζοντας αδιάκοπα, έχασαν την αίσθηση του χρόνου και όταν έπεσε ο ήλιος, τα παιδιά ήταν ακόμα στην πλατεία. Ξαφνικά ο Αστυνομικούλης θυμήθηκε πως οι γονείς τους θα επέστρεφαν στο σπίτι σύντομα και τους προέτρεψε να γυρίσουν στα σπίτια τους δίνοντας την υπόσχεση στους καινούργιους τους φίλους πως θα τους επισκέπτονταν ξανά. Ευτυχώς γι’ αυτά, τα βιβλιαράκια επέστρεψαν εγκαίρως στο χωριό τους χωρίς οι γονείς τους να αντιληφθούν την απουσία τους. Όλο το βράδυ σκέπτονταν τους καινούργιους τους φίλους και την επόμενη συνάντησή τους. Και αυτή δεν θα αργούσε.
Μια εβδομάδα αργότερα, οι γονείς των ηρώων χρειάστηκε να αφήσουν πάλι μόνα τους τα παιδιά τους. Τότε οι μικροί μας φίλοι άρπαξαν την ευκαιρία και πήγαν να επισκεφθούν ξανά τους καινούριους τους φίλους στο Σινεβίλατζ. Όταν ξανασυναντήθηκαν τα φιλμάκια πρότειναν στα βιβλιαράκια να τους δείξουν μια ταινία στο μεγάλο κινηματογράφο του χωριού τους. Τα βιβλιαράκια εμπιστεύτηκαν τους καινούριους τους φίλους και δέχτηκαν με χαρά την πρόσκληση, παρόλο που δεν γνώριζαν τι ήταν ταινία. Όμως δίστασαν να ρωτήσουν καθώς νόμιζαν πως θα τους κορόιδευαν. Όταν ξεκίνησε η προβολή με μεγάλη έκπληξη είδαν κάποιους χαρακτήρες να κινούνται, να μιλάνε και γενικότερα να συμπεριφέρονται όπως στην κανονική ζωή. Απόλαυσαν την ταινία και κατενθουσιασμένοι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που τους έδωσαν την ευκαιρία να ζήσουν αυτή την υπέροχη εμπειρία. Επίσης τους κάλεσαν να τους επισκεφθούν και αυτοί , ώστε να τους ξεναγήσουν στη βιβλιοθήκη του χωριού τους για να γνωρίσουν και αυτοί από κοντά τον μαγικό κόσμο του βιβλίου και να ταξιδέψουν μαζί τους σε κόσμους μακρινούς. Τα φιλμάκια, δυστυχώς, δεν μπόρεσαν να δεχτούν την πρόταση επειδή και αυτά αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. Οι γονείς τους, τους απαγόρευαν να απομακρύνονται από το χωριό τους. Τα βιβλιαράκια στην αρχή απογοητεύτηκαν αλλά όταν το σκέφθηκαν καλύτερα συνειδητοποίησαν πως θα ήταν καλύτερα έτσι γιατί οι γονείς τους δεν ήξεραν τίποτα για αυτές τις επισκέψεις και κάτι τέτοιο θα τους έβαζε σε μπελάδες. Τα βιβλιαράκια αποχαιρέτησαν για μια ακόμα φορά τους φίλους τους και γύρισαν χαρούμενα στο χωριό τους!
Συνέχισαν τη ζωή τους χωρίς τους φίλους τους, αφού είχαν να συναντηθούν αρκετό καιρό και αυτό τους στενοχωρούσε πολύ. Όμως δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Οι γονείς τους δεν ξαναχρειάστηκε να τα αφήσουν μόνα τους. Μια μέρα που η Παραμυθένια ήταν πολύ λυπημένη, αποκάλυψε στους γονείς της την επίσκεψή τους στο απαγορευμένο χωριό, όταν είχε χρειαστεί να μείνουν μόνα τους, δίχως όμως να πει τι έκαναν εκεί. Οι γονείς της θύμωσαν πάρα πολύ και αμέσως της απαγόρεψαν να κάνει παρέα και να ξανασυναντηθεί με τους υπόλοιπους τέσσερις αδερφικούς της φίλους. Η μικρή άρχισε να κλαίει με λυγμούς παρακαλώντας τους να μην της το κάνουν αυτό.
Την ίδια τύχη είχαν όμως και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας, με αποτέλεσμα όλα τα παιδιά–βιβλία να πέσουν σε κατάθλιψη, να αρνούνται να κάνουν οτιδήποτε, να μισούν τους γονείς τους και να έχουν επιθετική συμπεριφορά. Οι γονείς τους δεν άντεχαν να τα βλέπουν έτσι και πίστευαν πως με τον καιρό θα συνέλθουν και πως θα έπρεπε να τους δοθεί ένα μάθημα επειδή δεν τους υπάκουσαν.
Μια μέρα τα παιδιά κατάφεραν και συναντήθηκαν κρυφά στην βιβλιοθήκη του χωριού τους και αποφάσισαν πως έπρεπε να πείσουν τους γονείς τους να επισκεφθούν και αυτοί το Σινεβίλατζ. Οι γονείς αιφνιδιασμένοι από την κίνηση των παιδιών και θέλοντας να βάλουν ένα τέλος, δέχτηκαν την πρόταση. Όταν έφθασαν στο Σινεβίλατζ ήταν πολύ αρνητικοί επειδή δεν είχαν ακούσει καλά λόγια για αυτό το χωριό.
Τα παιδιά οδήγησαν τους γονείς τους στο μεγάλο κινηματογράφο και όλοι μαζί παρακολούθησαν μια ταινία. Μόλις αντίκρισαν τις πρώτες σκηνές έμειναν άναυδοι, χωρίς όμως να το δείχνουν λόγω του εγωισμού τους. Στη συνέχεια τους οδήγησαν στην πλατεία του χωριού όπου εκεί τους γνώρισαν τα φιλμάκια, τους καινούριους φίλους που είχαν κάνει. Οι γονείς κατάλαβαν πως δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στο χωριό αντιθέτως ήταν πολύ συναρπαστικό γιατί γνώριζες διαφορετικά πράγματα και τα φιλμάκια ήταν πολύ φιλικά. Έτσι παραδέχτηκαν πως αυτό που πίστευαν τόσο καιρό ήταν λάθος και υποσχέθηκαν στα παιδιά πως όταν επιθυμούν να συναντήσουν τους καινούριους φίλους τους ή να δουν κάποια ταινία θα μπορούσαν να επισκεφθούν το χωριό.
Φεύγοντας από το Σινεβίλατζ ο μπαμπάς του Περιπετειούλη είπε: «Καλά όλα αυτά εδώ, αλλά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα καλό βιβλίο».
Μαριάννα Μαγκλάρα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου