Σάββατο 12 Ιουνίου 2021

Η Βασιλική Φραγκούλη παρουσιάζει το βιβλίο «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα»

 

Η Βασιλική Φραγκούλη παρουσιάζει το βιβλίο «Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα» 

και το συγκρίνει με την ομώνυμη ταινία του Μαρκ Χέρμαν (2008)

ΒΙΒΛΙΟ

Συγγραφέας :Τζον Μπόιν

Ημερομηνία Έκδοσης : 10/2006

Τίτλος πρωτοτύπου: The Boy in the Striped Pyjamas

Εκδοτικός Οίκος : Κέδρος 

 

ΤΑΙΝΙΑ

Σενάριο\Σκηνοθεσία : Mark Herman

Κυκλοφορία:2008

Κύριοι Πρωταγωνιστές : Asa Butterfield(Bruno)
Jack Scanlon(Shmuel)

 

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Ο Τζον Μπόιν γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1971. Σπούδασε φιλολογία στο Trinity College στο Δουβλίνο και παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο University of East Anglia, στο Norwich, όπου και δίδαξε αργότερα. Ζει στο Δουβλίνο. Έχει γράψει επτά μυθιστορήματα για ενήλικες, ενώ το πρώτο του παιδικό βιβλίο, "Το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα" αποτέλεσε διεθνές εκδοτικό φαινόμενο αφού μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες, βρισκόταν επί δύο χρόνια στις υψηλότερες θέσεις των λιστών ευπώλητων βιβλίων και πούλησε περισσότερα από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, ενώ μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη. Το βιβλίο του "Ο Νόα το έσκασε" έχει μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και ήταν υποψήφιο για πολλά βραβεία, το "Μπάρναμπι Μπρόκετ" κυκλοφορεί σε 29 χώρες και ήταν υποψήφιο για διάφορα βιβλία ενώ το "Μείνε εκεί που είσαι και μετά φύγε" ήταν υποψήφιο για το Ιρλανδικό Βραβείο του Παιδικού Βιβλίου της Χρονιάς.    

 

ΒΙΒΛΙΟ-ΤΑΙΝΙΑ

Περιεχόμενο, τόπος, χρόνος και τα σχετικά…

Υπόθεση:

Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών, την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα όποια χωρίς να έχουν τίποτα κοινό, γνωρίζονται κάτω από άθλιες συνθήκες, σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα συναισθήματα του φόβου, του μίσους, της μισαλλοδοξίας και του τρόμου και αποφασίζουν να γίνουν φίλοι.

 Ο Μπρούνο  είναι γιος μιας εύπορης, κοινότυπης γερμανικής οικογένειας όπου ο πατέρας είναι ένας διακεκριμένος στρατηγός των Ναζί. Μια μέρα αναγκάζονται να μετακομίσουν από το Βερολίνο σε ένα μέρος το όποιο είναι χαραγμένο βαθειά στην Ιστορία, το Άουσβιτς. Η ζωή του Μπρούνο έχει κάνει στροφή 360ο μοιρών. Ξαφνικά, χάνει όλους τους φίλους του, φεύγει από πόλη στην οποία μεγάλωσε, αποχωρίζεται την γιαγιά και τον παππού του, μένει σε ένα περιβάλλον το οποίο αποπνέει λύπη και στεναχώρια, δεν έχει παρέα να παίξει, όλοι είναι απόμακροι και φέρονται λες και κρύβουν κάτι. Περνούσαν  οι μέρες, οι δυνατότητες για οποιαδήποτε μορφή ψυχαγωγίας στέρευαν και έτσι ο Μπρούνο αποφάσισε να εξερευνήσει τα τόσα πολλά που έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου και θα μπορούσε επίσης να ανακαλύψει και τι ήταν αυτή η «φάρμα» που έβλεπε. Τότε είναι η πρώτη φορά που συναντά τον Σμούελ, ένα εβραιόπουλο, στην ίδια ηλικία με τον Μπρούνο, του οποίου, όμως, δεν του είχε φερθεί σωστά η ζωή καθώς είχε καταλήξει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μαζί με τον πατέρα του. Έτσι, λοιπόν, ξεκινάει μια αθώα παιδική φιλία με ένα άδοξο και φρικτό τέλος.

 

Πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, η οποία θα δεν θα μπορούσε να είναι αδύνατη , επειδή μιλάμε για μια εποχή παγκόσμιας τρέλας, όπου ο καθένας αντιμετώπιζε την κατάσταση διαφορετικά, πόσο μάλλον ένα παιδί στην ηλικία του Μπρούνο, όπου το μυαλό του δεν σκέφτεται εγωιστικά και το ίδιο απάνθρωπα με ένα ενήλικα εκείνης της εποχής.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ!

Με την φράση «φανταστική ιστορία»  αναφέρομαι μόνο στο κομμάτι του Μπρούνο, διότι η Ιστορία του Σμούελ είναι πέρα για πέρα αληθινή και  την έζησαν χιλιάδες παιδιά σε όλη την Ευρώπη, επειδή είχαν  «λάθος» ταυτότητα σύμφωνα με τους Ναζί.

 

Σύγκριση Βιβλίου-Ταινίας

 

Ανάμεσα στο βιβλίο «Το αγόρι με τις ριγέ πιζάμες» και την ομώνυμη ταινία που δημιουργήθηκε μετέπειτα, υπάρχουν αρκετές ομοιότητες. Θα μπορούσαμε μάλιστα να την χαρακτηρίσουμε ως πιστή μεταφορά του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη. Όταν είδα λοιπόν την ταινία, κατάλαβα ότι ο σκηνοθέτης σε κανένα σημείο δεν ξεφεύγει από την ιστορία και την

πλοκή του βιβλίου. Τα πρόσωπα, τα τοπία, το τέλος είναι παρόμοια. Όλες οι ερμηνείες στην ταινία είναι καταπληκτικές. Κατά την άποψή μου κάποιες σκηνές όπως αυτή με το κλάμα της μάνας, είναι πολύ μελό και κλισέ αλλά το αποτέλεσμα είναι πραγματικά συγκινητικό, οπότε μπορούμε να μιλήσουμε για μία πολύ προσεγμένη κόπια, που παρόλα αυτά δεν προωθήθηκε ποτέ όσο θα έπρεπε, ειδικά στον ελλαδικό χώρο.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο που μου έκαναν εντύπωση:

Οι άνθρωποι της άλλης πλευράς

«Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι;» ρώτησε χαμηλόφωνα [η Γκρέτελ], σαν να μη ρωτούσε τον Μπρούνο, αλλά να περίμενε απάντηση από κάποιον άλλο. «Και τι κάνουν εδώ;»

Ο Μπρούνο σηκώθηκε, και για πρώτη φορά στάθηκαν εκεί μαζί, δίπλα δίπλα, και έβλεπαν τι συνέβαινε ούτε δεκαπέντε μέτρα από το νέο τους σπίτι.

Όπου κι αν έπεφτε το μάτι τους υπήρχαν άνθρωποι, ψηλοί, κοντοί, γέροι, νέοι, που πήγαιναν πέρα δώθε. Κάποιοι στέκονταν σε ομάδες, εντελώς ακίνητοι, με τα χέρια τεντωμένα κατά μήκος του κορμιού τους, και προσπαθούσαν να κρατήσουν όρθιο το κεφάλι τους καθώς ένας στρατιώτης περνούσε μπροστά τους, με το στόμα του να ανοιγοκλείνει γρήγορα σαν να τους φώναζε κάτι. Κάποιοι άλλοι προχωρούσαν στη σειρά, κι έσπρωχναν καροτσάκια απ' τη μια άκρη του καταυλισμού ως την άλλη. Εμφανίζονταν από ένα σημείο που δε φαινόταν και έσπρωχναν τα καροτσάκια τους μέχρι ένα σημείο πίσω από μια καλύβα, όπου εξαφανίζονταν πάλι. Μερικοί στέκονταν σε ομάδες κοντά στις καλύβες χωρίς να μιλάνε, με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να έπαιζαν κάποιο παιχνίδι όπου προσπαθείς να περάσεις απαρατήρητος. Κάποιοι στηρίζονταν σε πατερίτσες και άλλοι είχαν επιδέσμους στο κεφάλι τους. Κάποιοι κουβαλούσαν φτυάρια και τους οδηγούσαν στρατιώτες σε ένα μέρος όπου δε φαίνονταν πια.

Ο Μπρούνο και η Γκρέτελ διέκριναν εκατοντάδες ανθρώπους, μα υπήρχαν τόσες καλύβες και ο καταυλισμός εκτεινόταν πολύ πιο μακριά από εκεί που έφτανε το βλέμμα τους, που έμοιαζε να υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι εκεί πέρα.

«Και όλοι αυτοί ζουν τόσο κοντά μας», είπε συνοφρυωμένη η Γκρέτελ. «Στο Βερολίνο, στον ήσυχο δρόμο μας, υπήρχαν μόνο έξι σπίτια. Κι εδώ έχει τόσο πολλά. Γιατί ο Πατέρας ανέλαβε μια δουλειά σε ένα τόσο απαίσιο μέρος και με τόσο πολλούς γείτονες; Δεν μπορώ να το καταλάβω».

«Κοίτα εκεί», είπε ο Μπρούνο, και η Γκρέτελ κοίταξε προς την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο του Μπρούνο και είδε, πέρα μακριά, μια ομάδα παιδιών να προχωράνε στριμωχτά και να τους φωνάζουν μια ομάδα στρατιώτες. Όσο πιο πολύ τους φώναζαν οι στρατιώτες, τόσο περισσότερο συσπειρώνονταν τα παιδιά, μα έπειτα ένας από τους στρατιώτες όρμησε καταπάνω τους και τα παιδιά χωρίστηκαν και φάνηκε να κάνουν αυτό που τους ζητούσε, δηλαδή να μπουν στη σειρά. Όταν το έκαναν αυτό, οι στρατιώτες άρχισαν να γελάνε και να τα χειροκροτούν.

«Πρέπει να είναι κάτι σαν πρόβα», υπέθεσε η Γκρέτελ, αγνοώντας το γεγονός πως μερικά απ' τα παιδιά, ακόμα κι απ' τα μεγαλύτερα, ακόμα και τα συνομήλικα της, έμοιαζαν να κλαίνε.

«Σ' το 'πα πως έχει παιδιά», είπε ο Μπρούνο.

«Όχι όμως παιδιά απ' αυτά με τα οποία θα ήθελα εγώ να παίξω», είπε αποφασιστικά η Γκρέτελ. «Αυτά είναι μες στη βρόμα. Η Χίλντα και η Ίζαμπελ και η Λουίζ κάνουν μπάνιο κάθε πρωί, το ίδιο κι εγώ. Αυτά τα παιδιά είναι σαν να μην έχουν κάνει μπάνιο ποτέ στη ζωή τους».

«Φαίνεται πολύ βρόμικο αυτό το μέρος», είπε ο Μπρούνο. «Μήπως όμως δεν έχουν μπάνιο;»

«Μην είσαι ανόητος», είπε η Γκρέτελ, παρότι της είχαν πει πάμπολλες φορές να μην αποκαλεί τον αδελφό της ανόητο. «Τι είδους άνθρωποι δεν έχουν μπάνιο;»

«Ξέρω κι εγώ;» είπε ο Μπρούνο. «Άνθρωποι που δεν έχουν ζεστό νερό, ίσως;»

Η Γκρέτελ κοίταξε λίγο ακόμα κι έπειτα αναρρίγησε και κοίταξε προς την άλλη πλευρά. «Θα πάω στο δωμάτιο μου να τακτοποιήσω τις κούκλες μου», είπε. «Η θέα από κει είναι σαφώς καλύτερη».

Με αυτή την παρατήρηση έφυγε, διέσχισε το διάδρομο, πήγε στο δωμάτιο της κι έκλεισε την πόρτα πίσω της, μα δεν άρχισε αμέσως να τακτοποιεί τις κούκλες της. Κάθισε στο κρεβάτι και απ' το νου της πέρασαν ένα σωρό πράγματα.

Κι απ' το νου του αδελφού της πέρασε μια τελευταία σκέψη καθώς κοίταζε τους εκατοντάδες ανθρώπους εκεί πέρα που έκαναν τις δουλειές τους. Το γεγονός πως όλοι τους - τα μικρά αγόρια, τα μεγάλα αγόρια, οι πατεράδες, οι παππούδες, οι θείοι, οι άνθρωποι που ζουν σε κάθε δρόμο και μοιάζουν να μην έχουν κανένα συγγενή - φορούσαν τα ίδια ρούχα: γκρι ριγέ πιτζάμες και στο κεφάλι τους ένα γκρι ριγέ σκουφάκι.

«Τι παράξενο», μουρμούρισε ο Μπρούνο, κι έπειτα απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο.

 

Η συνάντηση με το αγόρι που φορούσε ριγέ πιτζάμα

«Από πού ήρθες;» ρώτησε ο Σμούελ μισοκλείνοντας τα μάτια του και κοιτάζοντας προσεχτικά τον Μπρούνο.

«Από το Βερολίνο»

«Πού είναι αυτό;»

Ο Μπρούνο άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει, αλλά ανακάλυψε πως δεν ήταν και απόλυτα σίγουρος.

«Στη Γερμανία βέβαια», είπε. «Εσύ δεν ήρθες από τη Γερμανία;»

«Όχι, είμαι από την Πολωνία»,  είπε ο Σμούελ. 

«Πολωνία», είπε ο Μπρούνο σκεφτικός ζυγίζοντας τη λέξη. «Δεν είναι τόσο ωραία όσο η Γερμανία, ε;»

Ο Σμούελ συνοφρυώθηκε.

«Και γιατί δεν είναι;» ρώτησε.

«Να, γιατί η Γερμανία είναι η σπουδαιότερη απ' όλες τις χώρες», απάντησε ο Μπρούνο, που θυμήθηκε κάτι που είχε ακούσει τον Πατέρα να συζητάει με τον Παππού πολλές φορές. «Είμαστε ανώτεροι».

Ο Σμούελ τον κοίταξε, αλλά δε μίλησε κι ο Μπρούνο ένιωσε πως ήθελε να αλλάξει θέμα, γιατί με το που είπε τα λόγια αυτά, του φάνηκαν κάπως παράξενα και δεν ήθελε να θεωρήσει ο Σμούελ πως ήταν αγενής. [….]

«Ο δικός μου τόπος είναι πολύ πιο όμορφος από το Βερολίνο», είπε ο Σμούελ, που δεν είχε πάει ποτέ στο Βερολίνο. «Είναι όλοι φιλικοί και είμαστε πολύ μεγάλη οικογένεια, και το φαγητό είναι πολύ καλύτερο».

«Εντάξει, τότε πρέπει να συμφωνήσουμε διαφωνώντας», είπε ο Μπρούνο, που δεν ήθελε να τσακωθεί με τον καινούριο του φίλο.

«Εντάξει», είπε ο Σμούελ.

Καθώς γύρισε κι έφυγε, ο Μπρούνο παρατήρησε ξανά πόσο κοντούλης και κοκαλιάρης ήταν ο καινούριος του φίλος. Δεν είπε τίποτα όμως, γιατί ήξερε πόσο δυσάρεστο είναι να σε κρίνουν για κάτι τόσο χαζό όσο το ύψος σου και δεν ήθελε με τίποτα να φανεί αγενής απέναντι στον Σμούελ.

 

 

Απαγορεύεται.....

Πάντως εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως [ο Πατέρας] έχει κάνει ένα τρομερό λάθος», είπε ήρεμα ο Μπρούνο. 
«Ακόμα κι αν το πιστεύετε, δεν πρέπει να το λέτε δυνατά», είπε βιαστικά η Μαρία, πηγαίνοντας προς το μέρος του και μοιάζοντας να θέλει να τον λογικέψει. «Υποσχεθείτε μου πως δε θα το λέτε».
«Μα γιατί;» ρώτησε εκείνος συνοφρυωμένος. «Λέω αυτό που νιώθω. Μήπως απαγορεύεται;»
«Ναι», είπε εκείνη. «Απαγορεύεται».
«Απαγορεύεται να λέω αυτό που νιώθω;» επέμεινε ο Μπρούνο με δυσπιστία.
«Ναι», επέμεινε εκείνη και η φωνή της ήταν τώρα τσιριχτή. «Μην λέτε κουβέντα γι' αυτό, Μπρούνο. Δεν καταλαβαίνετε πόσα προβλήματα μπορεί να δημιουργήσετε; Σε όλους μας;»
Ο Μπρούνο την κοίταξε. Υπήρχε κάτι στο βλέμμα της, μια τρομερή ανησυχία, που δεν την είχε ξαναδεί και τον αναστάτωσε.
«Καλά», μουρμούρισε.

 

Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα

 

Ο Σμούελ ήρθε πολύ κοντά του και τον κοίταξε έντρομος. «Λυπάμαι που δε βρήκαμε τον μπαμπά σου», είπε ο Μπρούνο.

«Δεν πειράζει», είπε ο Σμούελ.

«Και λυπάμαι που δεν καταφέραμε να παίξουμε, όταν όμως έρθεις στο Βερολίνο, θα το κάνουμε. Και θα σου γνωρίσω τους φίλους μου, τον... Οχ, πώς τους έλεγαν να δεις;» αναρωτήθηκε απογοητευμένος που δε θυμόταν τα ονόματα τους, γιατί ήταν οι τρεις κολλητοί του φίλοι για πάντα, μα να που είχαν διαγραφεί απ' τη μνήμη του.

Δεν μπορούσε να θυμηθεί κανενός το όνομα και δεν μπορούσε να φέρει στο νου του τα πρόσωπα τους.

«Τέλος πάντων», είπε κοιτάζοντας τον Σμούελ, «δεν έχει σημασία. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι πια οι κολλητοί μου φίλοι».

Κοίταξε κάτω κι έκανε κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του: έπιασε το λεπτοκαμωμένο χέρι του Σμούελ και το έσφιξε γερά.

 

«Εσύ είσαι ο καλύτερος μου φίλος, Σμούελ», είπε. «Ο καλύτερός μου φίλος για πάντα».

 

Ο Σμούελ μπορεί να άνοιξε το στόμα του για να απαντήσει κάτι, μα ο Μπρούνο δεν το άκουσε ποτέ, γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα βαρύ αγκομαχητό απ' όλους αυτούς που είχαν στριμωχτεί στο δωμάτιο, καθώς η μπροστινή πόρτα έκλεισε ξαφνικά και αντήχησε απ' έξω ένας δυνατός μεταλλικός ήχος.

 

Ο Μπρούνο ανασήκωσε τα φρύδια του μην μπορώντας να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά, υπέθεσε όμως πως είχαν να κάνουν με το να μην μπει η βροχή και να μην κρυολογήσει ο κόσμος.

Κι έπειτα το δωμάτιο έμεινε κατασκότεινο και κατά κάποιο τρόπο, παρά την αναταραχή που προκλήθηκε, ο Μπρούνο ανακάλυψε πως εξακολουθούσε να κρατάει γερά το χέρι του Σμούελ στο δικό του και τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να τον πείσει να το αφήσει.

 

 

Κλείνοντας θα ήθελα να αφήσω εδώ κάποια λόγια της Μ. Βαμβουνάκη για το βιβλίο "αγόρι με την ριγέ πιτζάμα"

 

«Κι αν είναι κάτι να μείνει απ' αυτή την ιστορία ας μείνει η παιδική αθωότητα  και η φιλία, ως διαθέσεις ψυχής που ακόμα και ως αναμονή, αεί ερχόμενες κι ας μη φτάσουν ποτέ - κρατούν όρθιο το παρόν και το μέλλον. "Ό,τι κι αν πάθαμε, ό,τι κι αν τραβήξαμε ως τώρα στη ζωή, με κάθε νέο παιδί, με κάθε νέα φιλία μπορούμε να ξαναχτίσουμε τον κόσμο μας και τον Κόσμο."»

 

Δείτε και τα παρακάτω βίντεο

https://www.youtube.com/watch?v=uUqG5GvH00c

https://www.youtube.com/watch?v=awPEfEhSs4I

https://www.kedros.gr/files/TO%20AGORI.pdf

 

 

Αγαπητή Γκρέτελ,

σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί έχουμε πολύ καιρό να επικοινωνήσουμε. Από τότε που έφυγες από το Βερολίνο και πήγες στο «Ούσβιτς», αν δεν κάνω λάθος, δεν έχουμε μιλήσει καθόλου. Μόνο εκείνη τη φορά δια αλληλογραφίας, λίγο πριν αρχίσεις μαθήματα. Πραγματικά το γράμμα σου ήταν μια μεγάλη έκπληξη για μένα! Πίστευα ότι με είχες ξεχάσει… Παρόλα αυτά η μεγαλύτερη έκπληξη με περίμενε προς το τέλος του γράμματος… Μου μίλησες για τα βιβλία που διαβάζεις, τη μουσική που ακούς και γενικά για τις απόψεις σου! Έγραφες πολύ εχθρικά και έτρεφες ένα μίσος για όλους τους Εβραίους. Γιατί τους μισείς; Τι σου έχουν κάνει; Σε ενοχλεί που είναι διαφορετικοί από εμάς; Δεν καταλαβαίνω… δεν θυμάμαι να ήσουν κακιά με κανέναν! Έχεις αλλάξει πραγματικά… Ειδικά εκείνα τα φασιστικά τραγούδια που ακούς και τα μηνύματα που περνούν… Τα απεχθάνομαι!!! Έμαθα για τον αδελφό σου… Έγινε είδηση παντού… Τόσο απάνθρωπο, τόσο βίαιο… Ελπίζω να κατάλαβες τι εγκλήματα υποστηρίζεις! Πήρες ένα μάθημα για όλες τις φασιστικές απόψεις σου; Πραγματικά εύχομαι να αλλάξεις… μακάρι να γίνεις πάλι η παλιά καλόκαρδη Γκρέτα… η φίλη μου…

                                                                                                           Με αγάπη

                                                                                                           Δήμητρα

 

 

Αγαπητή Γκρέτελ,

δεν με ξέρεις και μπορεί να σου φανεί παράξενο που σου γράφω αφού δεν έχουμε  γνωριστεί. Γι’ αυτό θα σου συστηθώ πρώτα. Είμαι η Μαριλέτα Αργυρού και ζω στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα σε μια μικρή πόλη, το Αίγιο. Είμαι 13 χρονών και πηγαίνω στην Α΄  Γυμνασίου. Έχω ακούσει την ιστορία της οικογένειάς σου και πραγματικά με έχει συγκλονίσει. Θα μου άρεσε να ξέρω πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Γι’ αυτό σου έγραψα το γράμμα, μήπως μπορέσεις και μου λύσεις κάποιες απορίες…

Αρχικά συλλυπητήρια για τον αδερφό σου! Πραγματικά, λυπάμαι πολύ! Μόλις άκουσα πόσο άδικα έχασε τη ζωή του συγκλονίστηκα. Ελπίζω να έχετε ξεπεράσει το χαμό του και να μην συνεχίσει να σας επηρεάζει αρνητικά στη ζωή σας. Σχετικά με αυτό θα ήθελα να μάθω πώς το πήρε ο πατέρας σου. Χωρίς παρεξήγηση αυτός έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για αυτό που συνέβη. Ελπίζω να σταμάτησε να «εργάζεται» στο στρατόπεδο συγκέντρωσης γιατί πραγματικά η δουλειά του ήταν απάνθρωπη. Κάτι ακόμα… Μήπως τιμώρησε τους στρατιώτες για το λάθος που έκαναν;

Επίσης θέλω να μάθω για τη μαμά σου. Τι κάνει; Πώς αντιμετώπισε το χαμό του γιου της, που έφυγε με έναν τόσο άδοξο και απάνθρωπο τρόπο; Πιστεύω πως είναι μια αγνή ψυχή που δεν ανέχεται τέτοιου είδους θηριωδίες. Πρέπει να ήτα από τους λίγους ανθρώπους τότε στη Γερμανία που δεν ήταν τόσο φανατισμένοι. Την θαυμάζω κιόλας που μέσα σε όλα αυτά κατάφερε και υποστήριξε τη γνώμη της με κάθε κόστος.

Τέλος θα ήθελα να μάθω για σένα. Τι δουλειά κάνεις; Επηρέασε καθόλου το μέλλον σου ο θάνατος του αδερφού σου; Άλλαξαν οι απόψεις σου για τον Χίτλερ και τη πολιτική του απέναντι στους άλλους λαούς;

Αν μπορέσεις, απάντησέ μου! Θα περιμένω με ανυπομονησία το γράμμα σου!

Σου εύχομαι να έχεις πάντα αγάπη στην καρδιά σου και να έχεις μια χαρούμενη ζωή!

                                                                                                   Με εκτίμηση

                                                                                                   Μαριλέτα

 

                                                                                                                         

Αγαπητή Γκρέτελ,

σου γράφω για μια ιστορία που συνέβη χρόνια πριν. Αν και δεν ξέρεις ποια είμαι, εγώ ξέρω ότι τώρα θα είσαι μια πολύ όμορφη δεσποινίδα, και δεν αμφιβάλλω καθόλου, θα έχεις επιτυχίες όχι μόνο στον ερωτικό αλλά και στον επαγγελματικό τομέα. Είχες μια πολύ δύσκολη εφηβεία, την οποία κανένα κορίτσι δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Πέρασες πολλά ζόρια και βάσανα, αλλά δεν πρέπει να λυπάσαι γιατί αυτά είναι που σε κάνουν τη σημερινή δυνατή κυρία. Αν, όμως, θες για κάτι να στενοχωριέσαι, ποια είμαι εγώ για να το αποτρέψω; Νομίζω ότι καταλαβαίνεις απόλυτα τι εννοώ. Όλος αυτός ο χαμένος κόπος και χρόνος για να εντυπωσιάσεις τον λοχαγό Κότλερ ήταν άδικος μιας και από την αρχή ήξερες ότι είσαι πολύ μικρή γι’ αυτόν αλλά και δεν του άξιζες. Κάλλιστα, όλος αυτός ο χρόνος θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσεις τη σχέση σου με τον μικρό σου αδερφό. Ωχ… κάτι σου θύμισα; Λυπάμαι, δεν θα ήθελα αυτό το γράμμα μου να φανεί σαν τιμωρία ούτε κριτική για τις πράξεις σου. Τουλάχιστον αυτό προσπαθώ αν και εδώ που τα λέμε, φοβάμαι πως δεν τα πολυκαταφέρνω!

Τέλος πάντων, δεν βρήκα ποτέ την ευκαιρία να σε συλλυπηθώ για το θάνατο του αδερφού σου, αν και ήθελα να το κάνω πολύ καιρό. Και θα μου πεις, γιατί δεν διάλεξες τη μητέρα μου ή τον πατέρα μου. Θα σου απαντήσω ότι δεν ήθελα να τους ταράξω, δεν ήθελα να τους ενοχλήσω μέσα στη δυστυχία τους για τα σφάλματά τους. Και πίστεψέ με, έχουν κάνει πολλά λάθη και αυτοί. Ο αδερφός σου ήταν από τα πιο αθώα παιδιά που έχω γνωρίσει και αυτό είναι που με τράβηξε σ’ αυτόν. Η λάμψη στα μάτια του, η αθωότητα στο χαμόγελό του, ο γλυκός του χαρακτήρας. Κρίμα που δεν κατάφερα να τον γνωρίσω. Κρίμα που δεν κατάφερε αυτός να γνωρίσει τον κόσμο. Είμαι σίγουρη ότι θα μας εξέπληττε όλους. Αλλά αυτά συμβαίνουν και ο Μπρούνο δεν ήταν ο μόνος που χάθηκε στη ματαιότητα αυτού του κόσμου.

Ζητώ να δεχθείς τα συλλυπητήριά μου, έστω και αργοπορημένα, αλλά και τη συγγνώμη μου για την οποιαδήποτε αναστάτωση.

                                                                                                               Με φιλικούς χαιρετισμούς

                                                                                                                            Βασιλική

 

 

Κύριε,

παίρνω το θάρρος να σας γράψω αυτό το γράμμα θέλοντας να σας θέσω κάποια ερωτήματα που μου έχουν δημιουργηθεί. Καταρχάς να σας ενημερώσω ότι έχω διαβάσει το βιβλίο και έχω δει την ταινία που αναφέρεται στο δράμα της οικογένειάς σας, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιστορία σας με συγκίνησε αφάνταστα και ταυτόχρονα μου δημιούργησε πολλά ερωτήματα όπως ανέφερα και πιο πάνω.

Ποια νομίζετε ότι ήταν η αιτία για το θάνατο του γιου σας; Πιστεύετε ότι έχετε και εσείς ένα μερίδιο ευθύνης; Κατά τη γνώμη μου, αν δεν είχατε δεχτεί αυτή τη μετάθεση, δεν θα είχε συμβεί τίποτα από όλα αυτά. Όταν καταλάβατε αυτό που είχε συμβεί στο παιδί σας, ποια ήταν η επόμενη αντίδρασή σας; Είμαι σίγουρη για τον πόνο και την λύπη που νιώσατε εσείς και η οικογένειά σας. Μπορούσατε να φανταστείτε αυτή την τραγική κατάληξη; Και αν ναι, τι θα κάνατε; Θα προδίδατε την χώρα και τα πιστεύω σας ή την οικογένειά σας; Μερικές φορές, πιστεύω, θα πρέπει να αφήνουμε τις προσωπικές μας φιλοδοξίες στην άκρη και να βάζουμε στην πρώτη θέση την ασφάλεια της οικογένειάς μας.

Μετανιώσατε για την σκληρή στάση σας απέναντι στα παιδιά και την γυναίκα σας; Μετανιώσατε που ζούσατε σε ένα σπίτι που δίπλα του καίγονταν καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι; Από τις περιγραφές στην ταινία και στο βιβλίο, κατάλαβα ότι εκείνο το σπίτι ήταν ακατάλληλο για τη γυναίκα και τα παιδιά σας. Ήταν μια φυλακή. Επίσης οι ιδέες που προωθούνταν εκεί ήταν απάνθρωπες. Γιατί οι Γερμανοί αναπτύξατε τόσο μίσος για τους Εβραίους; πλέον έχουν αλλάξει τα πιστεύω σας;

Θα ήθελα πραγματικά να πάρω μια απάντηση σε αυτό το γράμμα. Μέσα από την απάντησή σας θα μπορούσα ίσως να καταλάβω και τη δική σας θέση.

                                                                                                                                       Δήμητρα

 

 

Αγαπητή κυρία,

λυπάμαι πολύ για τον άδικο χαμό του γιου σας! Ήταν ένα καλόκαρδο και γεμάτο αθωότητα αγόρι. Μέχρι τις τελευταίες του στιγμές ακολουθούσε τα όνειρά του, αγνοώντας τα «όχι», τα «μην» και τα «απαγορεύεται». Τόλμησε να κάνει αυτό που πολλοί φοβούνταν και να σκεφτούν. Παρά τους βομβαρδισμούς ιδεών, ιδανικών υπέρ του φασισμού και κατά των Εβραίων. Πραγματικά, αναρωτιέμαι ορισμένες φορές πόσοι άνθρωποι χάθηκαν, γιατί χάθηκαν. Μήπως τα αίτια του θανάτου τους βασίζονταν στο φόβο των δυνατών; Είναι μερικές από τις σκέψεις μου, όταν ασχολούμαι με το συγκεκριμένο θέμα.

Τώρα, θα ήθελα να σας ρωτήσω και κάποια πράγματα που αφορούν τις δικές σας εμπειρίες. Πώς νιώσατε όταν μάθατε πως έκαιγαν τους Εβραίους και μάλιστα ο σύζυγός σας ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό; Τι αισθανθήκατε όταν συνειδητοποιήσατε πως ο γιος σας εξαφανίστηκε; Θεωρήσατε τον άντρα σας υπεύθυνο για το θάνατο του γιου σας; Πώς αντιδράσατε όταν μάθατε ότι η Γκρέτελ είχε υιοθετήσει αυτές τις ναζιστικές και φασιστικές ιδέες από μια τόσο τρυφερή ηλικία; Ποιος ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό;

Οι απαντήσεις θα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες και θα μας βοηθούσαν να κατανοήσουμε την ιστορία σας σε βάθος. Ελπίζουμε κάποια στιγμή να βρεθεί η λύση στις απορίες μας.

                                                                                                                                       Μαριάννα

 

Αγαπητή κυρία,

σας γράφω για το άδικο τέλος του γιου σας, που πέθανε με τον πιο απαίσιο τρόπο και θα ήθελα να σας κάνω κάποιες ερωτήσεις. Πώς νιώθετε που χάσατε το γιο σας και για την ευθύνη του άντρα σας; Που πηγαίνατε για μια καλύτερη ζωή και βρεθήκατε μόνες σας με την Γκρέτελ; Θέλετε να μιλήσετε με τον άντρα σας για τις πράξεις του και να τον πείσετε να σταματήσει (γιατί από μόνος του είναι πολύ σκληρός για να το κάνει) ή δεν θέλετε να του μιλάτε καθόλου; Γιατί δεν του ζητήσατε διαζύγιο; Στεναχωρήθηκα πολύ για τον Μπρούνο και ελπίζω καμιά μητέρα να μην χάσει έτσι το γιο της. Η μόνη λέξη που μπορώ να σας πω είναι κουράγιο!

                                                                                                                                      Μάρθα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου