Η λέσχη ανάγνωσης διαβάζει παραμύθια, δωρίζει βιβλία
και αγκαλιάζει τους μικρούς της φίλους στο Χαμόγελο του παιδιού


Πες το με ένα παραμύθι… Δώσε μια αγκαλιά…
Η Δήμητρα Νικολοπούλου
μας μεταφέρει την εμπειρία της από την επίσκεψή της,
με άλλα μέλη της λέσχης ανάγνωσης, στο Χαμόγελο του παιδιού.
Η επίσκεψη μου στο Χαμόγελο του παιδιού ήταν η αφορμή να δω από κοντά πώς περνάνε αυτά τα παιδιά κατά τις γιορτινές μέρες. Το περιβάλλον ήταν ζεστό, φιλόξενο και εορταστικά στολισμένο. Τα παιδιά ήταν μεταξύ τους δεμένα και μας υποδέχτηκαν με μια θερμή αγκαλιά. Περάσαμε δύο αξέχαστες ώρες γεμάτες αγάπη, παιχνίδι, ζωγραφική και παραμύθια.
Η επαφή μου με τα παιδιά μου προξένησε πολύ έντονα συναισθήματα και με έβαλε σε σκέψεις. Με γέμισε αγάπη για τα παιδιά αυτά που τους έτυχε να μεγαλώνουν χωρίς οικογένεια. Ένιωσα χαρά που τα είδα να διασκεδάζουν και να γελάνε με όλη τους την ψυχή. Θαύμασα τους ανθρώπους που δούλευαν εκεί προσφέροντας όλη τους την αγάπη και τη στοργή.
Το βράδυ στο σπίτι, κατάλαβα πως η φιλανθρωπία είναι σημαντική και ότι αν προσπαθήσουμε όλοι μαζί, θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε έναν καλύτερο κόσμο.
Πώς το χαμόγελο και η αγάπη διώχνουν το άγχος
Η Μαρία Ηλιοπούλου περιγράφει την εμπειρία της στο «Χαμόγελο του παιδιού»
… Πριν μπούμε στο σπίτι των παιδιών και τα γνωρίσουμε ήμουν πολύ αγχωμένη. Όμως όλο αυτό το άγχος έφυγε τη στιγμή που μπήκαμε στο σπίτι και είδαμε όλα αυτά τα μικρά παιδιά να μας υποδέχονται χαμογελαστά και γεμάτα αγάπη. Παίξαμε μαζί τους και ένιωσα πως τα ήξερα εδώ και χρόνια. Η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν όταν τους δώσαμε το δώρο τους, ένα κουτί γεμάτο βιβλία. Μας ευχαρίστησαν και μας έδειξαν με κάθε τρόπο πως κι αυτά χάρηκαν τη συνάντησή μας όσο και εμείς!
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ

Μια φορά στο τέλος της γερμανικής κατοχής, ζούσε ένα κοριτσάκι που το λέγαν Άννα και δεν ήξερε τι πάει να πει «βιβλίο» ούτε καταλάβαινε τι σημαίνει η λέξη «διαβάζω». Οι γονείς της είχαν πεθάνει στον πόλεμο και ζούσε σε ένα καλυβάκι με τον παππού και τη γιαγιά της.
Μια μέρα καθώς γυρνούσε από το απογευματινό της παιχνίδι με τα γειτονόπουλα, ακούει μια κραυγή να βγαίνει από την καλύβα. Η Άννα τρέχει γρήγορα τρομαγμένη και όταν μπαίνει μέσα, βρίσκει τον παππού της σωριασμένο κάτω και τη γιαγιά της δίπλα του να αναπνέει με το ζόρι, έτοιμη να λιποθυμήσει. Τρέχει έξω από την καλύβα ζητώντας βοήθεια. Όταν ήρθε η γειτόνισσα, η γιαγιά είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις της. Η καρδιά της μικρής Άννας έγινε θρύψαλα. Δεν πίστευε πως αύριο θα γινόταν η κηδεία του παππού της και πως η γιαγιά της θα βρισκόταν βαριά άρρωστη στο νοσοκομείο.
Την ημέρα της κηδείας την πλησίασε ένας άνδρας και πήγε να της μιλήσει. Της είπε πως ήταν ο αδερφός του πατέρα της και τη ρώτησε αν ήθελε να ζήσει μαζί μ’ αυτόν και την κόρη του σε ένα μικρό σπίτι στο κέντρο της πόλης, σε ένα δωμάτιο που θα μοιράζεται με την ξαδέρφη της. Αυτή γεμάτη ικανοποίηση απάντησε καταφατικά και μετά την κηδεία ο κύριος Γιάννης, έτσι έλεγαν το θείο της, την πήρε στο σπίτι του, που από εκείνη τη στιγμή θα γινόταν και δικό της.
Το σπίτι ήταν μες στην πόλη και η μικρή Άννα δεν είχε ξαναδεί τόσο ωραίο σπίτι. Γνώρισε και την ξαδέλφη της, την Έλενα με την οποία ήταν συνομήλικες και είχαν πολλά κοινά που τις έδεναν. Την ίδια μέρα ο θείος της τής έδειξε τους χώρους του σπιτιού: το σαλόνι, την κουζίνα, την τραπεζαρία, το υπνοδωμάτιο και τέλος εκείνο που άφησε την Άννα κατάπληκτη, τη βιβλιοθήκη. Μια τεράστια συλλογή βιβλία μέσα σε ξεσκονισμένα ράφια ήταν μαζεμένη σε ένα πελώριο δωμάτιο. Άρχισε να τα ξεφυλλίζει… Αχ πόσο της άρεσε να τα βλέπει και ας μην μπορούσε να τα διαβάσει.
Το βράδυ καθώς καθόντουσαν γύρω από το τραπέζι και έτρωγαν, η Άννα ρώτησε τι ήταν εκείνα τα πράγματα με τα φύλλα στο μεγάλο δωμάτιο.
Ο κύριος Γιάννης χαμογελώντας της απάντησε πως είναι τα βιβλία που διαβάζουμε. Η Άννα έμεινε για λίγο σιωπηλή και έπειτα ρώτησε: τι σημαίνει διαβάζουμε; Ο κύριος Γιάννης της είπε πως θα της τα εξηγούσε όλα την επόμενη μέρα. Η Άννα είχε μείνει έκπληκτη. Είχαν συμβεί τόσα πολλά πράγματα σε λίγες μόνο μέρες.
Πρωί-πρωί η Άννα ξύπνησε κεφάτη. Μόλις έφαγε το πρωινό της, πήγε στην τραπεζαρία με τον κύριο Γιάννη -δεν είχε συνηθίσει να τον λέει θείο- και άρχισαν το πρώτο της μάθημα Γλώσσας για να μάθει να διαβάζει, αφού ποτέ της δεν πήγε στο σχολείο. Μέσα σ’ ένα μήνα εντατικά μαθήματα, έμαθε να διαβάζει εξαιρετικά και από τη λατρεία που είχε στα βιβλία, σιγά-σιγά διάβασε όλα όσα υπήρχαν στη βιβλιοθήκη.
Μετά από μια βδομάδα η Αννούλα έμαθε πως η γιαγιά της είναι καλά. Πήρε μεγάλη χαρά και αμέσως παρακάλεσε το θείο της να πάνε στο νοσοκομείο να την δουν.
Η γιαγιά τα πήγαινε περίφημα και βγαίνοντας σύντομα από το νοσοκομείο, ζήτησε πρώτα να περάσει από την καλυβούλα της για να πάρει κάποια χαρτιά και μετά πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι του γιου της.
Το ίδιο βράδυ η γιαγιά έδωσε στην Αννούλα και την Ελένη αυτά τα χαρτιά… ήταν ένα παραμύθι! Τα κορίτσια άρχισαν να το διαβάζουν. Ήταν τέλειο, μαγευτικό!
Από τότε η Αννούλα κατάλαβε πως η μεγάλη λατρεία της ζωής της ήταν τα βιβλία!
Αντονέτα Λέκαϊ
Το κορίτσι που αγαπούσε τα βιβλία…!

Μια φορά και δυο καιρούς ήταν ένα κοριτσάκι που το λέγανε Σέλινα και ζούσε σε μια πόλη χτισμένη στα ερείπια μιας μεγάλης βιβλιοθήκης. Ήταν ένα τεράστιο χωριό γεμάτο μικρά -μικρά ανθρωπάκια που λάτρευαν τα βιβλία. Η Σέλινα λοιπόν ήταν ένα από αυτά τα ανθρωπάκια και μάλιστα το μικρότερο! Για αυτό το λόγο όλοι της έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον και συμπάθεια από ότι στα άλλα παιδάκια. Η Σέλινα ήταν ακόμη μικρή για να διαβάζει βιβλία άλλα έκανε μεγάλη προσπάθεια για να τα καταφέρει. Κοιτούσε τις εικόνες και έβαζε το μυαλό της να σκεφτεί την ιστορία. Μπορεί να μην πετύχαινε πάντα το σωστό αλλά ήταν πολύ περήφανη που προσπαθούσε. Περνούσαν οι μέρες και μετά οι μήνες που στο τέλος η Σέλινα έμαθε να διαβάζει. Την ημέρα λοιπόν των γενεθλίων της έκανε ένα μεγάλο πάρτι. Όλοι της οι φίλοι της τής έφεραν δώρο βιβλίο ώστε να έχει να εξασκείται. Πολλά βιβλία: μικρά, μεγάλα, χοντρά, λεπτά, με μαλακό ή σκληρό εξώφυλλο, με εικόνες ή χωρίς είχαν γεμίσει το σπίτι της. Γεμάτη όρεξη η Σέλινα ξεκίνησε το άλλο πρωί το διάβασμα. Βιβλία με δράκους, με μάγισσες και μάγους, με ιππότες, με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, με βασιλιάδες και βασίλισσες, με δάση, με κάστρα, με παλάτια.
Αυτά και άλλα πολλά ήταν τα βιβλία της Σέλινα και αυτή με όρεξη ξεκίνησε…
Διάβαζε, διάβαζε και ξαναδιάβαζε ώσπου να την πάρει ο ύπνος. Και τότε ξαφνικά όλα άρχισαν να γυρίζουν γύρω από το κεφάλι της. Έκλεισε τα μάτια της και ΤΣΟΥΠ εμφανίστηκε μπροστά σε ένα μεγάλο κάστρο γεμάτο από ήρωες και ηρωίδες σαν και αυτούς στα βιβλία της. Κάθισε και τους παρατήρησε για λίγη ώρα χωρίς να την πάρουν είδηση. Ναι, ήταν οι ίδιοι ήρωες όπως στα βιβλία της. Ο Μελένιος από το βιβλίο «Μικρές Περιπέτειες» , η Φλώρα από το βιβλίο «Χωρίς Σύνορα» , ο ιππότης Γιόχαν από το βιβλίο «Ιστορίες χωρίς τέλος». Αυτοί και ακόμη περισσότεροι βρισκόντουσαν πάνω στο κάστρο. Κάνεις δεν την είχε πάρει είδηση ωσότου… η περιπολία των Ιπποτών την ανακάλυψε και την πήγε αμέσως στο βασιλιά και την βασίλισσα για να την ανακρίνουν. Με την είσοδό τους στο παλάτι όλοι άρχισαν να κοιτούν επίμονα την ξένη που δεν την ήξεραν από κανένα παραμύθι , κανένα διήγημα και καμία ιστορία. Μετά από λίγη ώρα κουβέντας αποφάσισαν να την κρατήσουν σε ένα δωμάτιο του παλατιού μιας και τα κελιά ήταν γεμάτα μετά την τελευταία επιδρομή των βαρβάρων. Τα ακατοίκητα μέρη του παλατιού ήταν τρία : η βιβλιοθήκη, το κελάρι και η κουζίνα. Μόνο σε αυτά τα μέρη μπορούσε να μείνει η Σέλινα. Χωρίς να το καλοσκεφτεί διάλεξε τη βιβλιοθήκη. Η συμφωνία που είχαν κάνει με τον βασιλιά ήταν να της φέρνουν νερό και φαγητό όποτε το ζητούσε. Η μέρα κύλησε ήρεμα αφού όλοι ήξεραν ότι η ξένη ήταν απομονωμένη και δεν πρόκειται να πείραζε κανέναν. Η Σέλινα είχε ξετρελαθεί με όλα αυτά τα βιβλία που βρίσκονταν γύρω της!! Βιβλία, βιβλία παντού, βιβλία από εδώ , βιβλία από εκεί ,δίπλα βιβλία, παραδίπλα βιβλία γεμάτος ο τόπος και η ηρωίδα μας το ένα να πιάνει και το άλλο να αφήνει. Αλλά υπήρχε κάτι το διαφορετικό… Αυτά τα βιβλία δεν ήταν παραμύθια και διηγήματα ήταν μυθιστορήματα με πολλά κεφάλαια και αμέτρητες λέξεις. Λέξεις παντού , αλλά εικόνες πού ήταν οι εικόνες , ανάθεμα αν κάθε βιβλίο είχε δύομε τρεις εικόνες. Δεν την πείραζε όμως ήταν ωραία! Οι ώρες περνούσαν και κανένας έως τώρα δεν μπήκε για να της πει να φύγει, μα και να της το έλεγαν δεν ήξερε με ποιο τρόπο να φύγει , ήδη με το ζόρι κατάλαβε πως ήρθε. Άρα ένα ακόμη ποιο μεγάλο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί. Λίγα λεπτά αργότερα όμως μπήκε στο δωμάτιο ο Πέτρος ο γάιδαρος και της έφερε λίγα τοστ και ένα ποτήρι φρέσκο χυμό πορτοκάλι. Εκείνη βρήκε την ευκαιρία και τον ρώτησε κάποια πράγματα που ήθελε να μάθει «Πέτρο, του είπε, θα με βοηθήσεις να βρω ένα τρόπο να φύγω; Ξέρω ότι από την ιστορία σου είσαι ένα καλό και ήσυχο γαϊδουράκι που βοηθάς όλο τον κόσμο όποτε σου το ζητήσει». Αυτά και άλλα πολλά γλυκόλογα του είπε η Σέλινα για να τον καταφέρει. Μετά από πολύ κόπο ο Πέτρος λύγισε και της εξήγησε ότι ήθελε να μάθει
«Λοιπόν θα σε βοηθήσω αλλά δεν θα πεις τίποτα και σε κανέναν εντάξει;» «Εντάξει, στο υπόσχομαι» του απάντησε. «Ωραία, αυτό που έπαθες εσύ το έχουν πάθει άλλα δυο παιδιά σε όλο τον κόσμο». «Δηλαδή , τι έπαθα;» ρώτησε γεμάτη απορία η Σέλινα. «Να, της λέει, απορροφήθηκες τόσο πολύ από το διάβασμα που έπεσες για ύπνο και τώρα το μυαλό σου ταξιδεύει και μπερδεύει τις ιστορίες. Μην νομίζεις ότι είναι δύσκολο να ξυπνήσεις αρκεί να το θελήσεις εσύ η ίδια». Και πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή του μπαίνει μέσα ο Βασιλιάς και με βλέμμα γεμάτο θυμό ρωτάει με την βροντερή του φωνή «Πέτρο γιατί αργείς;» Με δισταγμό ο Πέτρος αποκρίθηκε «Να… κύριε… απλά… η φιλοξενούμενή μας έχει αλλεργία στο τυρί και μου ζήτησε να της φέρω κάτι άλλο». «Χαμ… πολύ ωραία Πέτρο. Όπως επιθυμείς, αλλά να ξέρεις. Έτσι και μάθω ότι την βοήθησες να ξυπνήσει, θα σε σκοτώσω μπροστά σε όλο τον λαό για παραδειγματισμό». Και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. «Είδες», ξαναγύρισε στην Σέλινα, «Την έβαψα. Για αυτό, κακομοίρα μου, μην σου ξεφύγει κουβέντα». Η Σέλινα σαστισμένη με όλα αυτά που συνέβησαν γυρνάει στο Πέτρο και του λέει «Πες μου σε παρακαλώ πώς θα ξυπνήσω;». «Ααα» την σκουντάει ο Πέτρος. «Αυτό είναι το πιο εύκολο. Πρέπει να διαβάσεις κάτι πολύ τρομακτικό για να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα» της είπε και ήδη είχε κατεβάσει τρία από τα πιο τρομακτικά βιβλία της βιβλιοθήκης.
Της λέει: «Πάρε αυτά ελπίζω να βοηθήσουν. Αν δε σε ξαναδώ να προσέχεις και να μην ξεχνιέσαι τόσο πολύ γιατί αλλάζουν οι διαστάσεις και μπορεί να μην είσαι τόσο τυχερή την επόμενη φορά».
« Σ’ ευχαριστώ που με βοήθησες» του απάντησε και του έσκασε ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο. Ο Πέτρος έφυγε μ’ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Ήταν χαρούμενος που βοήθησε την ηρωίδα μας.
Πίσω στη βιβλιοθήκη η Σέλινα είχε ξεκινήσει να διαβάζει. Τίποτα δεν της φαινόταν τρομακτικό ώσπου… Άρχισε να σκοτεινιάζει και να ρίχνει αστραπές και βροντές που ακούγονταν από το παράθυρο. Το πιο περίεργο όμως απ’ όλα ήταν ότι όλα αυτά συνέβαιναν μόνο στο δικό της δωμάτιο. Συνέχισε λοιπόν να διαβάζει μέχρι που φοβήθηκε τόσο πολύ από έναν κεραυνό, που έκλεισε τα μάτια της και σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε στο δωμάτιο της αγκαλιά μ’ ένα βιβλίο. Έμεινε λίγες ώρες να κοιτάει τον χώρο γύρω της ώσπου να καταλάβει. Ξαφνικά μπήκαν στο σπίτι οι γονείς της και με το που την είδαν άρχισαν να την ρωτούν για τα βιβλία που είχε διαβάσει. Εκείνη σαν να μην συμβαίνει τίποτα τους απαντούσε. Άλλωστε είχε υποσχεθεί «Τίποτα και σε κανέναν». Ήταν το μυστικό της και κανείς στον κόσμο της δεν έπρεπε να ξέρει και κανείς στην φαντασία της δεν ήξερε πού πήγε, κανείς εκτός απ’ έναν…
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Φραγκούλη Βασιλική
Λέσχη Ανάγνωσης 2015-2016



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου