Παρασκευή 11 Ιουνίου 2021

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά

 

Η ιστορία της Πρωτοχρονιάς και τα έθιμα των Φώτων:

 

 

 


Οι διακοπές των Χριστουγέννων προσφέρονται για την ανάγνωση βιβλίων, 

ιδίως όταν αυτά ταιριάζουν στο κλίμα των ημερών


 

"Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες"

Στο βιβλίο περιέχονται 17 χριστουγεννιάτικα διηγήματα, το ένα λαϊκό και τα υπόλοιπα γραμμένα από σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 







Οι τίτλοι και οι υποθέσεις συνοπτικά:

Παύλος Νιρβάνας, Το μοιρασμένο φλουρί - όπου μια οικογένεια αποφασίζει να δώσει στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα το φλουρί που έλαχε στο κομμάτι "του φτωχού".

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Πλούτος και ευτυχία - όπου ένα παιδί αλλάζει την ευχή του, όταν στον ύπνο του καταλαβαίνει πως ο πλούτος δεν είναι το σπουδαιότερο αγαθό.

Δημοσθένης Βουτυράς, Παραμονή Πρωτοχρονιάς στον Πειραιά. Ένας νεαρός αφηγείται τα όσα κωμικά συνέβησαν όσο έλεγε τα κάλαντα με την παρέα του.



Κώστας Παρορίτης, Μπρος στην Ωραία Πύλη ένας ληστής αποφασίζει μετά την χριστουγεννιάτικη λειτουργία να επιστρέψει στον ίσιο δρόμο.

Στρατής Μυριβήλης, Ο Μανολάκης γυρεύει το Θεό - Ένα φτωχό αγόρι χάνει τη μητέρα του και έπειτα πεθαίνει από το κρύο, κουλουριασμένο έξω από ένα ξενοδοχείο, στο οποίο πραγματοποιείται ο χορός της Φιλανθρωπικής Εταιρείας.

Η ψυχή του τριγυρίζοντας, γνωρίζει για λίγο τον απαίσιο -αλλά τόσο σικ- παράδεισο των "κατά νόμον δικαίων", που για θεό λατρεύουν τον Μαμωνά.

Γεώργιος Αθάνας, Τα χριστουγεννιάτικα τσαρούχια. - Ένα αγόρι που εκπαιδεύεται ως τσαρουχάς, θέλει να επιστρέψει σπίτι του με παπούτσια για δώρο στους γονείς του, στο δρόμο όμως του τα κλέβουν. 

Κωστής Μπαστιάς, Τα Χριστούγεννα του Θανάση Μερτίκα - Ένας 72χρονος μετανάστης στην Αμερική, βρίσκεται τυχαία μαζί με άλλους Έλληνες και αναθυμάται την μοναχική πορεία της ζωής του από το φτωχό χωριό του στην Ελλάδα, ως την εργασία στους σιδηροδρόμους και τις φάρμες των ΗΠΑ.

 

Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, Το πιο πολύτιμο δώρο - Η μικρή Νέλλη γίνεται Αϊ Βασίλης για να βοηθήσει τον Άγιο, και μαθαίνει για την αξία της προσφοράς.



Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης του κυρ Πολύδωρου - Ο Αϊ Βασίλης ξεμένει από δώρο για το τελευταίο παιδί του κόσμου και αποφασίζει να γίνει δώρο ο ίδιος.

Άλκης Τροπαιάτης, Ο Αϊ- Βασίλης στο Τμήμα! - Ο Άγιος συλλαμβάνεται από αστυνομικούς και οδηγείται στο τμήμα για εξακρίβωση ταυτότητας.

Ανδρέας Καραντώνης, Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια - Στρατιώτες σε πορεία προς τη Φλώρινα, πυροβολούν μια αγριόπαπια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, παρακούοντας τη διαταγή του διμοιρίτη τους.

Στρατής Τσίρκας, Τα κάλαντα - Στο Κάιρο του παλιού καιρού, τρία παιδιά που μόλις έχουν πει τα κάλαντα, πέφτουν θύματα ληστείας από μια συμμορία νταήδων.

Γεωργία Ταρσούλη, Η βασιλόπιτα και τα χαρτιά - Ο Άγιος Βασίλειος, ξανακερδίζει στα χαρτιά τα χρυσαφικά των χριστιανών που πήρε ο τούρκος εφοριακός.

Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Το δέντρο - Ένα μικρό κορίτσι δέχεται την πρόσκληση ενός ηλικιωμένου ζευγαριού Γερμανών να παρακολουθήσει στο σπίτι τους το -άγνωστο την εποχή εκείνη για τους Έλληνες- έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου (ή πώς οι Έλληνες περάσαμε από την γεμάτη παιδιά αυλή στο άδειο αλλά πλούσια στολισμένο σπίτι)


Παντελής Καλιότσος, Ο καλός Φραντζολάκης - Ένα τσουρεκάκι σε σχήμα ανθρώπου, ανανεώνεται μέσα από την προσφορά του κι έτσι δεν πεθαίνει ποτέ (θυμίζει λίγο την ιστορία του Gingerbread Man).

Ιωάννης Δ. Ιωαννίδης, Το φωτισμένο παράθυρο - Μια οικογένεια χριστιανών στη Ναζαρέτ τρομάζει από μια απρόσμενη επίσκεψη μέσα στη νύχτα.

Λαϊκό Παραμύθι, Η Κάλλω κι οι καλικάντζαροι - Η καλή, όμορφη και έξυπνη Κάλλω, καταφέρνει να ξεγελάσει τους καλικάντζαρους ώστε όχι μόνο να μην την φάνε, αλλά να τη φορτώσουν και με χριστουγεννιάτικα δώρα.


Πρόκειται για κείμενα που αναδίδουν μελωδίες και εικόνες των γιορτών και διαπνέονται από τον βαθύ ανθρωπισμό που αναβιώνει στο τέλος κάθε χρόνου σε όλα τα σημεία της γης, μαζί με τη φάτνη, τα κάλαντα, το χιόνι, τα δώρα και το φλουρί της βασιλόπιτας. Τα μηνύματα που κρύβονται σε αυτά τα διηγήματα προκύπτουν από τις συγκινήσεις και τα πάθη των ηρώων τους, αλλά πρωτίστως μαρτυρούν την ευαισθησία των ίδιων των δημιουργών τους.


 

Απόσπασμα


Το πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου ‘πεσε –ένα αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο, πριν φτωχύνει ακόμη, όπως φτώχυνε στα υστερνά του, συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή εγγλέζικη λίρα – βγήκε μοιρασμένο.

Πώς έρχονται τα πράγματα καμιά φορά!

Ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Αφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει να κομμάτια των παιδιών, σταμάτησε, σα να θυμήθηκε κάτι.

«Ξεχάσαμε», είπε, «το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Ας είναι όμως. Θα το κόψω τώρα και ύστερα θ’ αρχίσω τα παιδιά. Πρώτα ο φτωχός».

Κατέβασε το μαχαίρι.

«Του φτωχού…» ονομάτισε.

Έπειτα ερχότανε το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Καθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, για να κόψει το δικό μου, το χρυσό φλουρί κύλησε απάνω στο τραπεζομάντιλο. Το κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλον, κι ο πατέρας όλους μας.

«Ποιανού είναι τώρα το φλουρί;» είπε η μητέρα μου. «Του ζητιάνου ή του Πέτρου; Εγώ λέω πως είναι του Πέτρου».

Η καημένη η μητέρα. Το είχε καημό να μου πέσει εμένα το φλουρί, γιατί ήμουν άτυχο παιδί. Ποτέ μου δεν είχα κερδίσει τίποτε.

«Ούτε του ζητιάνου είναι», είπε ο πατέρας μου, «ούτε του Πέτρου. Το σωστό σωστό. Το φλουρί μοιράστηκε. ήτανε ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Καθώς τα χώρισε το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Το μισό είναι του ζητιάνου, το μισό του Πέτρου».

«Και τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

«τι θα γίνει;…» συλλογιζόμαστε κι εμείς.

«Μην πονοκεφαλάτε…» είπε ο πατέρας.

Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δύο μισές χρυσές λίρες – το χρυσάφι τότε δεν είχε κρυφτεί ακόμα – και τις ακούμπησε στο τραπέζι:

«Να τι θα γίνει. Αυτή φυλάχτε τη να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Είναι η τύχη του. Η άλλη μισή είναι του Πέτρου».

Και μου την έδωκε.

«Καλορίζικη! Και του χρόνου, παιδί μου. Είσαι ευχαριστημένος;»

Ήμουν και με το παραπάνω. Η ιδέα, μάλιστα, πως είχα συντροφέψει με το ζητιάνο με διασκέδαζε πολύ.

«Θα του τη δώσω εγώ, με το χέρι μου…» είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. Τα άλλα παιδιά με πειράζανε.: «ο σύντροφος του ζητιάνου». Μονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Εκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

«Μπράβο σου. Είσαι καλό παιδί».

Το άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Κάτι μου ‘λεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του. Έτρεξα στην πόρτα, με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος ζητιάνος με κάτασπρη γενειάδα, γειρτός από τα χρόνια. Και μουρμούριζε ευχές τρέμοντας από το κρύο.

«Πάρε, παππού…» το είπα.

Ο γέρος, που δεν έβλεπε καλά και που του είχε γυαλίσει, φαίνεται, παράξενα από μακριά το χρυσό νόμισμα, το ‘φερε κοντά στα μάτια του, για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του τον καιρό εκείνο, που όλοι δίνανε στους ζητιάνους δίλεφτα και μονόλεφτα.

«Τι είν’ αυτό, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Δυάρα γυαλισμένη;»

«Μισή λίρα είναι, παππού…» του είπα. «Πάρ’ τηνε. Δικιά σου είναι».

Ο καημένος ο ζητιάνος δεν ήθελε να το πιστέψει:

«Μήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονιούς σου. Δεν έχω όρεξη να με παίρνουνε στις αστυνομίες για κλέφτη, μέρα που είναι».

Του εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιρασθεί το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο γέρος έτρεμε τώρα περισσότερο. Μα έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τ’ αρρωστημένα του μάτια και είπε:

«Ο Θεός είναι μεγάλος. Να ζήσεις, παιδάκι μου, να σε χαίρονται οι γονείς σου. Και ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά, να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Την ευχή μου να’ χεις».

Μου ’δωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά, κατά τον ουρανό, τα αρρωστημένα του μάτια και κατέβηκε, με το ραβδί του, τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ ένα φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου